Κυριακή, 30 Ιουνίου 2013

Συνεδρία 8: Το Κάλεσμα


‘Ωνάσης είσαι;’ Φώναξε και παραμέρισε τη χαρτόκουτα που τον σκέπαζε για να πιάσει την πεταμένη γόπα. Ήταν ο τρόπος που μάζευε τα τσιγάρα του. Το συγκεκριμένο ήταν μισοκαπνισμένο. Davidoff μαύρο, η μάρκα του μέχρι πριν δυο χρόνια. ‘Ποιος κερατάς πετάει ένα τέτοιο αριστούργημα μισό; Κανένας λεφτάς θα είναι που το ‘χει του πεταματού’. Προσπάθησε να στρίψει χωρίς να φαίνεται από τον φωτισμό της Σταδίου και να πιάσει τα σπίρτα του. ‘Που διάολο είναι; Αυτό του μπουφάν που βρήκα πεταμένο στην Αγίου Μάρκου είναι όλο τρύπες. Α, να! Έχει πιαστεί στο μπάλωμα στο πουκάμισο. Χε, χε! Θα τη ζεστάνουμε και πάλι τη βραδιά Μάρω μου!’ Η Μάρω κατέβασε τα αυτιά, έχωσε τη μουσούδα της στη χαρτόκουτα, τραβήχτηκε, γαύγισε δύο φορές και έφυγε.

‘Πού πας κορίτσι μου; Έλα θα περάσουμε ωραία απόψε!’ Το σκυλί γύρισε και τον κοίταξε με μάτια υγρά. Μια ματιά στο φανάρι, μια σε αυτόν. Τελικά γρύλισε, γαύγισε στα λάστιχα ενός διερχόμενου Toyota και γύρισε σε αυτόν. ‘Αφού σου είπα, θα περάσουμε ωραία!’. Με τη Μάρω κουλουριασμένη δίπλα του ανάβει το τσιγάρο. Πρώτη τζούρα, το κεφάλι πέφτει πίσω πάνω στο πάπλωμα που είχε ψαρέψει στο Θησείο. Όπως διώχνει τον καπνό, του φαίνεται ότι το πράσινο φανάρι της Σταδίου του γνέφει. ‘Άναψε πράσινο Μάρω μου. Απόψε όλα επιτρέπονται’. Το σκυλί όμως έχει σηκώσει το κεφάλι και έχει τεντώσει τα αυτιά. Ένιωθε την απειλή να πλησιάζει.

Όπως παίρνει την τελευταία τζούρα ακούει από τη γωνία μια καθαρή γυναικεία φωνή. ‘Σου περισσεύουν σπίρτα;’ ‘Αν σου περισσεύουν τσιγάρα κάτι θα κάνουμε’.  ‘Τσιγάρα όσα θες;’ Γυρνάει και βλέπει μια μελαχρινή, γύρω στο 1,70, βαμμένη, που φορώντας ένα φτηνιάρικο μαύρο φόρεμα προσπαθούσε να οδηγήσει κάτι δωδεκάποντες γόβες. ‘Πώς σε λένε;’ Ρωτάει περνώντας της τα σπίρτα. ‘Ελίνα, εσένα;’ ‘Χρήστο. Είναι το Ελίνα το πραγματικό σου όνομα;’ ‘Είναι αυτό που με ξέρουν στην πραγματική μου ζωή, οπότε ναι’. ‘Ωραίος τύπος φαίνεσαι Ελίνα’. ‘Δεν το ακούω συχνά αυτό, συνήθως μου λένε για τον κώλο μου οι άντρες’. Χαμογελάει και ζυγίζει το τι θα πει. Αυτή η πόρνη έχει πολύ καθαρό βλέμμα και πρόσωπο. Άσε που πάντα τρελαινόταν για τα λακάκια στα μάγουλα.

‘Περνάς συχνά από εδώ;’ Τη ρωτάει αφού είχε ανάψει το τσιγάρο. ‘Πολλές φορές κάθε νύχτα, εσύ μάλλον είσαι ο καινούριος στη γειτονιά’ απαντάει καθώς του περνάει ένα lucky strike. Το παίρνει και το κοιτάει. Δεν είναι Davidoff αλλά είναι ολόκληρο σκέφτεται. ‘Ναι, μόλις δεύτερη βραδιά εδώ, αλλά δε σκοπεύω να φύγω’. ‘Πώς και έτσι; Οι περισσότεροι την έκαναν από τότε που οι μπάτσοι κόβουν περιπολίες συχνά τα βράδια’. Κοιτάει την άφτρα, σκάει ένα χαμόγελο και γυρίζει σε αυτήν: ‘Εγώ Ελίνα μου δεν έχω τίποτα πια να χάσω. Έχω το πάπλωμά μου, τη χαρτόκουτά μου και τη Μάρω μου’, χαϊδεύει το σκυλί στο κεφάλι και συνεχίζει ‘Αν με μαζέψουν οι μπάτσοι στο καλό σενάριο θα με πάνε αυτόφωρο και θα έχω κρεβάτι και φαγητό για μια βραδιά. Στο κακό θα με μεταφέρουν σε τίποτα Λιόσια και σε δυο μέρες θα ‘μαι πάλι εδώ’. ‘Και γιατί εδώ; Φρέσκος είσαι στο δρόμο;’ ‘Είμαι λίγο φρέσκος, τρεις μήνες είμαι στο δρόμο. Και εδώ είναι ο λόγος. Δούλευα εδώ, στον πέμπτο. Και δε φεύγω από αυτά τα γαμημένα σκαλιά. Να με βλέπουν κάθε πρωί και να ξέρουν’.

Η Ελίνα παγώνει και αναζητά τις κατάλληλες λέξεις. ‘Δικηγόρος;’ Ρωτάει ‘Στον πέμπτο είναι δικηγόροι’. ‘Και πού το ξέρεις εσύ αυτό; Τους έχεις ή σε έχουν επισκεφτεί;’ ‘Όχι εγώ φιλόλογος σπούδασα, με είχαν καλέσει δυο φορές επάνω’. ‘Χάλασε ο κόσμος στο δρόμο, σπουδαγμένες βιζιτούδες και άστεγοι τουριστικοί πράκτορες. Αυτό ήμουν πάντως αφού με ρωτάς. Είχα παράθυρο όλον τον κόσμο και τώρα είμαι από την έξω πλευρά’. ‘Του κόσμου;’ ‘Όχι, του παραθύρου, βρίσκομαι στην καρδιά του κόσμου’. ‘Εσύ πώς ξεκίνησες;’ ‘Από επιλογή. Έκανα ιδιαίτερα, αλλά τα λεφτά που μου δίναν οι πατεράδες για να τους κάθομαι ήταν καλύτερα και πιο ξεκούραστα από το να διδάσκω τα κακομαθημένα τους. Κάνανε ιδιαίτερα και νομίζανε ότι θα πάνε από το δώδεκα στο είκοσι. Έτσι είπα να γίνω πουτάνα καριέρας’. ‘Δε χάνεις που μιλάς σε ‘μένα τώρα;’ ‘Όχι έχω ραντεβού πιο μετά, άλλωστε γουστάρω την παρέα σου’. ‘Την παρέα μας θέλεις να πεις’ και αγκάλιασε τη Μάρω.

Η Ελίνα χαμογέλασε, πλήγωσε τη γόπα με τη γόβα της και έγνεψε. ‘Ναι την παρέα σας. Γουστάρω που ήρθες εδώ, περιμένεις να σε δει κανείς; Από τα αφεντικά σου εννοώ’. ‘Όχι την έκαναν. Αλλά περιμένω τη μία στιγμή. Είναι μεγάλη ιστορία, πού να στη λέω τώρα…’ ‘Έχω χρόνο, είσαι να πάμε μια βόλτα και να μου την πεις;’ ‘Πού πάμε;’ ‘Θα δεις.’ ‘Αν μας δει ο νταβατζής σου τι θα πει; Εσύ έχεις κάτι να χάσεις’ ‘Αγοράκι μου, εγώ δουλεύω σόλο. Το πολύ – πολύ να νομίζουν ότι ο νταβάς μου είσαι εσύ’ ‘Με τα κουρέλια και το πάπλωμα στην πλάτη; Δε θα τη βγάλουμε μέχρι την Ομόνοια!’ ‘Δεν πάμε από Ομόνοια κούκλε. Έλα μάζευτα και πάμε’.

Αντίθετα με τη Μάρω που όταν άκουσε το ‘βόλτα’ ήταν ήδη στα πόδια της και περίμενε κουνώντας γοργά της ουρά της, αυτός σηκώθηκε αδύναμα και αργά. Δίπλωσε το πάπλωμα μέσα στη χαρτόκουτα και με ένα σπάγκο το έδεσε στη μέση του. ‘Πάμε, σε ακολουθώ’ ‘Δίπλα μου να είσαι να σε ακούω’. Λίγο αριστερά στη Σταδίου και μόλις μπαίνουν στην Παρνασσού αρχίζει να της εξηγεί το πώς βρέθηκε με μόνη περιουσία ένα πάπλωμα και μια χαρτόκουτα. ‘Ήταν Αύγουστος, η τουριστική σαιζόν στο φουλ και ήμουν στο γραφείο μόνος. Το είχα συνηθίσει γιατί από την αρχή που έπιασα δουλειά στο συγκεκριμένο γραφείο τα αφεντικά, ένα ζευγάρι, μου έλεγαν να έρχομαι να ανοίγω το πρωί και ότι αυτοί θα έρχονται πιο μετά, κατά τις 10:30 – 11:00 για να ρυθμίζουν εξωτερικές δουλειές. Τράπεζες και ιστορίες τέτοιες. Είχαμε στείλει ένα γκρουπ Ισπανία οχτώ μέρες, ένα άλλο Παρίσι και ένα τρίτο Σκανδιναβικές πρωτεύουσες. Το πόσους είχαμε φέρει από έξω στην Ελλάδα δεν προλαβαίνω να σου πω. Τέλος πάντων, χτυπάει το τηλέφωνο και είναι από Μαδρίτη και μου λέει ότι τα αεροπορικά εισιτήρια του γκρουπ δεν είναι πληρωμένα και δεν μπορούν να φύγουν από εκεί. Η ώρα ήταν 9:30 και αρχίζω να παίρνω εναλλάξ τα αφεντικά για να μου πουν τι γίνεται. Η οθόνη του υπολογιστή μου επιβεβαιώνει ότι έχει γίνει η κράτηση, αλλά όχι η πληρωμή. Τα τηλέφωνα χτυπάνε σαν τρελά και τα κατεβάζω ψάχνοντας να τους βρω, αλλά είναι άφαντοι.’ ‘Στρίβουμε Ευριπίδου, συνέχισε’.

‘Λοιπόν, σκάει και δεύτερο τηλεφώνημα από Παρίσι και μου λέει ότι το ξενοδοχείο δεν έχει πληρωθεί και το γκρουπ αυτό δε θα μπορέσει να μείνει εκεί το βράδυ αν δεν το καλύψει το γραφείο. Αρχίζω που λες να αγχώνομαι ότι κάτι δεν πάει καλά και πάω να δω στο χρηματοκιβώτιο, που είχαμε κάτι χρήματα έκτακτης ανάγκης. Έπρεπε να βρω δέκα χιλιάρικα μέσα, αλλά το μόνο που είδα ήταν τρεις αποδείξεις. Πιστεύω ότι έχουν πάει να μου τη φέρουν και πάνω που λέω να την κάνω χτυπάει το τηλέφωνο. Με την ελπίδα ότι είναι τα αφεντικά το σηκώνω, αλλά μαθαίνω ότι το Σκανδιναβικό γκρουπ έχει μείνει Στοκχόλμη και δεν μπορεί να πετάξει για Όσλο, γιατί μάντεψε!’ ‘Δεν είχαν πληρωθεί τα αεροπορικά τους!’ ‘Μπίνγκο! Και αρχίζουν να σκάνε φαξ από Ελλάδα. Κρήτη, Ρόδος, Κεφαλονιά, Κέρκυρα, Χαλκιδική, όπου είχαμε στείλει κόσμο να ζητάνε τις πληρωμές τους.’

Η Μάρω λοξοδρομεί προς τα Μπριτζολάκια του Τέλη και αφού μαζεύει ένα κόκκαλο γυρνάει ευτυχισμένη στην παρέα τους. ‘Έχω χάσει δύο κιλά ιδρώτα και παίρνω την απόφαση να φύγω. Ανοίγω όμως την πόρτα και βλέπω δύο μπάτσους και ένα εισαγγελέα.’ ‘Σε γάμησαν τα αφεντικά σου’ ‘Ναι οι καριόληδες! Ήξεραν ότι θα πάω το πρωί, όπως κάθε πρωί, και ήξεραν ότι δε θα φύγω κατευθείαν πριν καταλάβω τι γινόταν.’ ‘Σε μάζεψαν και σου τα φόρτωσαν όλα’. ‘Αφού ήμουν υπάλληλος εκεί και τα αφεντικά δε βρέθηκαν έπρεπε να καλύψω τις ανεξόφλητες οφειλές εγώ’. ‘Τα κερατιάτικα δηλαδή’ ‘Όπως ακριβώς τα λες. Μου πήραν 1.000 ευρώ που είχα στην τράπεζα, το σπίτι το έβγαλαν σε πλειστηριασμό, όχι το χτίριο γιατί νοίκιαζα, αλλά τα πράγματά μου, για να καλυφτούν περίπου τριάντα χιλιάρικα ζημιά. Φυσικά δεν έφτασαν, αλλά όσοι φεσώθηκαν, φεσώθηκαν’. ‘Εδώ Αριστοφάνους. Τι λες να έγιαναν τα λαμόγια’. ‘Μάλλον θα τα μάζεψαν, ότι πρόλαβαν δηλαδή και θα την έκαναν για κάποιον εξωτικό προορισμό’. ‘Και γιατί εκεί στα σκαλιά; Μάλλον, γιατί σου πήρε δυο μήνες να πας εκεί στα σκαλιά;’ ‘Επειδή ήμουν πολύ θυμωμένος. Αν πετύχαινα κάποιον από τους δυο μέχρι προχθές θα τον σκότωνα, δεν έχω άλλωστε τίποτα να χάσω. Όμως χθες εκεί που ήμουν στο Θησείο είδα κάποιον να θέλει να πηδήξει στο τρένο επειδή τον απέλυσαν και έχει τρία παιδιά. Εγώ έχω μόνο τη Μάρω που τα καταφέρνει και μόνη της. Έτσι αποφάσισα να περιμένω απέξω για να με δουν και να ξέρουν τι έκαναν. Και να ξέρω πότε θα τους ρουφιανέψω και εγώ με τη σειρά μου, όχι στους μπάτσους, σε όσους φέσωσαν. Γιατί σταματήσαμε;’

‘Φτάσαμε, αλλά θέλω να το ακούσω πρώτα όλο. Το σκυλί;’ ‘Όταν πήγα έξω από το σπίτι που έμενα στους Αμπελοκήπους ήρθε με μύρισε, κοίταζε μαζί μου το μπαλκόνι στο δεύτερο και με το πόδι της με παρηγορούσε. Από τότε είμαστε πάντα μαζί’. ‘Γουστάρεις εκδίκηση δηλαδή;’ ‘Ναι πολύ’, ‘Έλα μέσα.’ Η Ελίνα άνοιξε την πόρτα ενός υπογείου. Στο κέντρο του είχε τοποθετηθεί ένα στρογγυλό τραπέζι με χαρτιά κομμένα για μπιρίμπα. Αλλά τα τρία ποτήρια ουίσκι προέδιδαν ότι περίμεναν έναν να κλείσει το καρέ, τη  ντάμα. Ένας κοντούλης με γυαλιά και σγουρά μαλλιά βγήκε από το σκοτάδι και τους χαιρέτισε. Φόραγε μακρύ πουκάμισο χωρίς γιακά, αλλά δεν ήταν Άραβας, περισσότερο σε Γερμανό τουρίστα έφερνε. ‘Ελίνα ποιος είναι ο φίλος σου;’ ‘Χρήστος, εσύ είσαι ο…’ ‘Στέφανος, χάρηκα’ ‘Επίσης Στέφανε.’

Η Μάρω είχε φοβηθεί από το σκοτάδι και το τραπέζι με τα χαρτιά και το αλκοόλ την αγρίευε κάθε στιγμή που πέρναγε. Γρύλισε και κόλλησε πάνω στο πόδι του. ‘Αυτή είναι η Μάρω, μην την παρεξηγείς Στέφανε, είναι που δεν έχει συνηθίσει το σκοτάδι’. Σκύβωντας και χαϊδεύοντας το σκύλο απαντάει ‘Έλα μη φοβάσαι, θα σας πω εγώ. Χρήστο προσέχεις; Λοιπόν: Πίσω σου πόρτα, βγαίνει Αριστοφάνους, δεξιά στην πόρτα κρεβάτι Ελίνας, κομοδίνο, κρεβάτι δικό μου, στα πόδια του ντουλάπα. Ευθεία από την πόρτα το τραπέζι που βλέπεις, αριστερά του κρεβάτι Μάρκου, θα τον γνωρίσεις σε λίγο. Στα πόδια του κουζινίτσα και πιο αριστερά το μπάνιο.’ ‘Και το δωμάτιο απ’ όπου αναβοσβήνει εκείνο το λευκό φως;’ ‘Το control room, απέξω έχει ένα ελεύθερο κρεβάτι, μάλλον το παίρνεις’.

Control room σε τι;’ ‘Οργανώνουμε μια αντίδραση όλων των απόκληρων της Αθήνας’ είπε η Ελίνα που δεν είχε μιλήσει από τότε που μπήκαν στο υπόγειο. ‘Ο Στέφανος από εδώ έχει φύγει από το σπίτι του’. Ο Στέφανος ξεκουμπώνει και βγάζει το πουκάμισό του. Τα σημάδια από ζώνη είναι εμφανή στην πλάτη και στα χέρια του. ‘Ο πατέρας μου πίστευε ότι εγώ έφταιγα που τον απέλυσαν και δεν έβρισκε δουλειά. Και ποιο παλιά ότι εγώ έφταιγα που πάχυνε η μάνα μου.’ ‘Και εγώ είμαι ο εκπρόσωπος του τρίτου τομέα που φαντάζεσαι’ είπε μια φωνή από το control room. Η Μάρω κρύφτηκε πίσω από τα πόδια του όταν η ψιλή, ξερακιανή φιγούρα παρουσιάστηκε κοντά στο τραπεζάκι. ‘Μάρκος, χάρηκα Χρήστο, εσύ πρέπει να είσαι ο άστεγός μας. Εξαιρετική επιλογή Ελίνα.’ Τα μαύρα του δόντια μαρτυρούσαν την ‘άσπρη’ ζωή του. Οι κύκλοι γύρω από τα μάτια του το ίδιο. Το αριστερό του μπράτσο είχε αποκτήσει φακίδες από τα τρυπήματα. ‘Χάρηκα Μάρκο, ώστε με ψάχνατε; Έλα εσύ μη φοβάσαι.’ ‘Ναι ήσουν αυτός που μας έλειπε’.

‘Ξέρεις Χρήστο εγώ γνώρισα τα ναρκωτικά στο στίβο. Έκανα μήκος στον Πανελλήνιο και απέξω μας περίμεναν ένα σωρό βαποράκια. Κάποια στιγμή δοκίμασα, ήμουν 17 και κόλλησα. Αλλά από τότε είμαι στο κέντρο. Εμείς οι απόκληροι είμαστε το κέντρο. Το πραγματικό πρόσωπο της διπρόσωπης κοινωνίας. Τώρα η κυβέρνηση νομίζει ότι είναι ο Batman και μπορεί να κλείσει το Διπρόσωπο στο άσυλο. Δεν είναι έτσι όμως. Μας διώχνουν από τους δρόμους για να μη φαινόμαστε. Δε φαινόμαστε, άρα δεν υπάρχουμε. Για να μπορούν, λέει, οι πολίτες να κατεβαίνουν με ασφάλεια στο κέντρο. Αυτοί που δεν έχουν δουλειές και δεν κατεβαίνουν έτσι και αλλιώς. Οργανωνόμαστε για να βγούμε έξω, να τους πούμε ότι είμαστε εδώ, ότι δεν μπορούν να μας κρύψουν. Αυτοί πιστεύουν ότι αν δε μας δείχνει η τηλεόραση δεν υπάρχουμε. Υπάρχουμε όμως και κουβαλάμε το σταυρό μας. Υπάρχουμε και έχουμε δικαίωμα να ζούμε ελεύθεροι. Με τα πάθη μας και με τις αδυναμίες μας, όπου γουστάρουμε. Τους χαλάμε την εικόνα και την αισθητική, αλλά σκοπεύουμε να τους γαμήσουμε το κέντρο. Δε μας βοήθησε το κράτος όταν έπρεπε, μας τιμωρεί που είμαστε απόκληροι, ε και εμείς θα του στραπατσάρουμε τη μόστρα. Εδώ στην πρωτεύουσα’.


‘Μάρκο, Ελίνα, Χρήστο ελάτε να δείτε’ οι τρεις τους μπήκαν στο control room. Ένα ασημένιο γραφείο με ένα υπολογιστή επάνω και έναν ανεμιστήρα στο πλάι ήταν ότι γέμιζε το δωμάτιο. ‘Δείτε!’ Σε μια σελίδα που έφερε τον τίτλο ‘Το Μανιφέστο των Απόκληρων’ αναλύονταν όλα όσα έλεγε ο Μάρκος πριν. Κάτω χαμηλά υπήρχαν κάποια tags. ‘Τι είναι ρε Στέφανε;’ Ρώτησε απορημένη η Ελίνα με το πρόσωπό της σχεδόν κολλημένο στην οθόνη. ‘Έχουμε ήδη 20.000 likes! Δεν το καταλαβαίνεται; Η επανάσταση μας καλεί!’       

6 σχόλια:

  1. Λοιπόν...Ραμόν, το πέτυχες και μπράβο σου!!
    Αυτές τις μέρες είμαι με το παιδί. Βόλτες, μπάνιο, δραστηριότητες. Όταν είσαι χωρισμένος θέλεις να ρουφάς κάθε δευτερόλεπτο από τις στιγμές με το παιδί σου. Τουλάχιστον εγώ έτσι το βλέπω. Και ποτέ δεν σου φτάνουν και πάντα σου λείπει. Γι'αυτό προσπαθώ να είμαι κοντά του όσο περισσότερο γίνεται και ευτυχώς τα έχω καταφέρει. Είναι 8 χρονών τώρα.
    Σήμερα το πρωί, καθισμένοι στη βεράντα με έναν κρύο καφέ και ένα κρύο γάλα, τα λέγαμε οι δυο μας.
    Από το σαλόνι ακουγόταν η τηλεόραση...Αυτιάς και πολιτικο-οικονομικές αναλύσεις.
    Μου λέει.."μπαμπά, πάει η Ελλάδα, μας πήραν όλα τα λεφτά, μας καταστρέφουνε!" Ξεκινήσαμε λοιπόν μια μικρή συζητησούλα για όλα, μισθούς, ανεργία, φτώχεια, κρίση, για να δω τι λένε και στο σχολείο μεταξύ τους και με τους δασκάλους.
    Στο τέλος της κουβέντας λοιπόν μου λέει ακριβώς το εξής...ο 8χρονος :
    "Ξέρεις τι πιστεύω εγώ?"
    "Για πες τι πιστεύεις εσύ".
    "Λοιπόν, εγώ μπαμπά πιστεύω ότι δεν γίνεται οι κανόνες κάποιων ανθρώπων να μπαίνουν πάνω από τον ίδιο τον άνθρωπο. Όταν οι κανόνες κάποιων ανθρώπων καταστρέφουν ζωές, αυτούς τους κανόνες δεν πρέπει να τους πετάξουμε? Απλό είναι, ε, μπαμπά??"
    Το βούλωσα. Όταν οι κανόνες κάποιων ανθρώπων καταστρέφουν ζωές, δεν πρέπει να τους πετάξουμε? Απλό, απλούστατο!

    Ραμόν...νομίζω καλά τα πάμε. Βέβαια πιστεύω ότι αν "η επανάσταση μας καλεί" μάλλον αναπάντητες θα αφήσει γιατί οι περισσότεροι δεν θα το σηκώνουν.
    Αλλά μέχρι να δούμε το μέλλον...από την ερώτηση του γιου μου δεν θα μπορώ να ξεφύγω έτσι εύκολα.
    Keep up the good work!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Ξέρεις GF μερικές φορές η σκέψη είναι σαν το ποδόσφαιρο. Το πιο δύσκολο πράγμα είναι να σκέφτεσαι απλά. Τα παιδιά έχουν αυτό το χάρισμα, μέχρι να πάνε στο γυμνάσιο και να τους το καταστρέψουν τελείως, μαζί με τη φαντασία. Ο γιος σου έχει πολύ δίκιο. Αλλά θα το βρει μάλλον με τους συμμαθητές του και όχι με τους μεγαλύτερούς του.

    Α, και φυσικά θα αφήσει αναπάντητη. Εκτός εάν κάποιος απαντήσει για τη χρεώσει. Για να ανταποκριθεί δύσκολα. Το κείμενο το έγραψα με αφορμή το τραγούδι. Οι Queensrÿch το έγραψαν την περίοδο διακυβέρνησης μπαμπά Bush. Είναι μια κριτική στην Αμερικανική κοινωνία και ιδίως στην παράνοια των μυστικών οργανώσεων. Όλος ο δίσκος αφηγείται 1 ιστορία. Αν έχετε χρόνο ακούστε τον ολόκληρο, θα τον βρείτε στο Youtube ως Operation Mindcrime (το πρώτο) και δώστε μεγάλη προσοχή στους στίχους.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. σε καθε παραγραφο ξυπνουσε μεσα μου και μια ξεχασμενη ιστορια που εψαχνε διεξοδο. αποφασισα να μη γραψω τιποτα. καποιες φορες θες να μαθει ολος ο κοσμος τι σκεφτεσαι (κατι σαν λυτρωση ή ψυχοθεραπεια) αλλοτε παλι κρατας αυτες τις ιστοριες σαν επτασφραγιστο μυστικο, σαν κατι που σε οριζει και σε οριοθετει. κι αν αποκαλυφθουν γινεσαι λιγο πιο ευθραυστος.

    δειτε την ταινια fight club και ακουστε το ψυχεδελικο soundtrack.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Καταρχάς ευχαριστώ για τα καλά σου λόγια. Όπως λέγαμε και με αφορμή το κείμενο του GF αυτό είναι το όλο νόημα. Ο καθένας από εσάς να αντιλαμβάνεται κάτι και να περνάει μέσα του με το δικό του τρόπο.

      Όσο για την ταινία που αναφέρεις, μπορώ να πω ότι είναι ίσως το τελευταίο πραγματικά μεγάλο σενάριο του Αμερικανικού κινηματογράφου. Και η δουλειά με τη μουσική είναι τόσο προσεγμένη που θυμίζει ταινία του Tarantino (μόνο σε αυτό μην παρεξηγηθώ).

      Διαγραφή
    2. Κάτω οι Πάνω, Πάνω Κανείς;
      Ίσως έχω πει ότι μου αρέσει η ετυμολογία. Αποδίδω αξία στις έννοιες των λέξεων, την δύναμη των οποίων θεωρώ σημαντική. Επανάσταση. Σημαίνει ότι ξανά-στέκομαι-όρθιος. Άρα ήμουν κάποια στιγμή όρθιος, έσκυψα, έπεσα, σύρθηκα μα θυμήθηκα. Ήμουν όρθιος μια φορά και τώρα ξανασηκώνομαι. Για εμένα είναι πολύ γοητευτική έννοια, παντοδύναμη εικόνα. Ο άνθρωπος έχει θεωρώ εσωτερική πληροφορία ότι μπορεί να σταθεί όρθιος και του ταιριάζει καλύτερα.
      Θα είμαι αισιόδοξος για μία επανάσταση αν δεν στηρίζεται στους ώμους των απόκληρων μόνο, αυτών που δεν έχουν να χάσουν πολλά ή τίποτα παρεκτός από τις αλυσίδες τους. Να στηριχθεί οχι μόνο απο αυτούς που τους καταδίκασαν να σέρνονται, αλλά σε αυτούς που έσκυψαν, έστω και λίγο, και θέλουν παρά την ντροπή να ξανασταθούν κορδωτοι κορδωτοί. Όχι μόνο σ’αυτούς που ζουν στα σκοτάδια, αλλά σ’αυτούς που τους χτυπά το φως λίγο στραβά. Όταν το κίνητρο δεν θα είναι τόσο η εκδίκηση αλλά το ζωντανό όνειρο. Όταν δεν θα είμαστε λυσσασμένα ατρόμητοι εξαιτίας του πόνου. Προτιμώ φοβισμένα γενναίοι χάρη στην παρέα.
      Αλλιώς δεν θα είναι Επανάσταση, αλλά revolution. Μία από τα ίδια δηλαδή, αλλά σε άλλη θέση ο καθένας, θα έχει γυρίσει λίγο ο τροχός, αλλά ακόμα θα υπάρχει φτωχός.
      Πάνω οι Κάτω, Κάτω Κανείς!
      ΥΓ: Το κείμενο μου έφερε στο νου ένα αγαπημένο τραγούδι, το Mis-shapes των Pulp. http://www.youtube.com/watch?v=SpLSFWL1Fzs
      Θα ήθελα να γίνονταν πράξη οι στίχοι “We won't use guns, we won't use bombs
      We'll use the one thing we've got more of - that's our minds.”
      ΥΓ2:Έχει πει ένας σοφός, ποτέ μην εμπιστευτείς την επανάσταση σε κάποιον απο 30 και πάνω. G.F, ίσως να λέγαμε να εμπιστευτούμε την επανάσταση σε όσους είναι κάτω των 15...
      ΥΓ3: «σαν κατι που σε οριζει και σε οριοθετει». Αφιερωμένο http://www.youtube.com/watch?v=aswrVnE-CpM
      ΥΓ4: Αυτοί οι καιροί είναι μουγκοι. Το ουρλιαχτό μπορεί να ξεσπάσει οποτεδήποτε.

      Διαγραφή
    3. Επειδή όπως σου έχω ξαναπεί έχω μια μούρλα με την ετυμολογία και διότι συζώ με γλωσσολόγο, πρέπει να προσέξεις λίγο ποια ερμηνεία της 'στάσης'. Γιατί έτσι εύκολα θα μπορούσες να το ορίσεις ως επαν-οριοθέτηση.

      Η ιστορία είναι ιστορία για αυτό που δεν είναι. Όχι για αυτό που σημαίνει. Φυσικά και μια εξέγερση - επανάσταση -αντίδραση, βάλτο σε όποιο βαθμό θέλεις έχει ανάγκη από αυτούς που έχουν κάτι να χάσουν. Αλλιώς το σύστημα αφήνει τους απόκληρους να ξεθυμάνουν και τους ξεχνάει μετά πάλι. Όσο για την εκδίκηση, την άποψή μου μπορείτε να τη βρείτε παρακάτω. Και είμαι και μεγάλος θαυμαστής του Edgar Alan Poe.

      Θα σου πρότεινα πάντως, όποτε έχεις 1 ώρα να αφιερώσεις να ακούσεις όλο το Operation Mindcrime, αν δεν το έχεις κάνει ήδη (και δεν εννοώ με τη δική μου παρότρυνση). Με μεγάλη προσοχή στους στίχους. Και θα καταλάβεις την επιλογή των 'απόκληρων'. Άλλωστε ήδη ομολόγησα ότι το τραγούδι ήταν η αφορμή.

      Διαγραφή