Κυριακή 25 Μαΐου 2014

Συνεδρία 53: Αχ, Ευρώπη


Το 1896 ο Victor Hugo σε μιαν ομιλία του οραματίζεται τις Ηνωμένες Πολιτείες της Ευρώπης. Οι άλλες, της Αμερικής αποτελούν πόλο που έλκει την Ευρωπαϊκή διανόηση. Η απόσταση και τα μέσα της εποχής γιγαντώνουν το μύθο της μεγάλης και σταθερής δημοκρατίας των ΗΠΑ. Μετά από δύο Παγκοσμίους Πολέμους και κάτι άλλες μικρές διαμάχες ο Jean Monnet και ο Robert Schuman δίνουν μορφή στην Ευρωπαϊκή συνεργασία. Ο βασικός της στόχος είναι να σταματήσουν οι πόλεμοι στην Ευρώπη. Και οι δύο Γάλλοι το έβλεπαν αυτό πιθανό μόνο εάν η Γερμανία δεν αφήνετο να αναγεννηθεί χωρίς περιορισμούς.

Με τη σύμφωνη γνώμη των ΗΠΑ που επιδίωκαν στις αρχές του Ψυχρού Πολέμου να δημιουργήσουν μιαν Ευρωπαϊκή συλλογικότητα για τη διανομή του σχεδίου Marshal δημιουργήθηκε αρχικά η Ευρωπαϊκή Κοινότητα Άνθρακα και Χάλυβα (ΕΚΑΧ) και στη συνέχεια η Ευρωπαϊκή Κοινότητα Ατομικής Ενέργειας και η Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα. Με τη Συνθήκη του Παρισιού, με την οποία θεμελιώνεται η τελευταία, η Ευρώπη αλλάζει σελίδα οριστικά στην ιστορία της.

Από τις πρώτες στιγμές της η Ευρωπαϊκή Ενοποίηση χωρίστηκε σε δύο σχολές σκέψεις: τους λειτουργιστές και τους φεντεραλιστές. Οι λειτουργιστές έδιναν βάση στην οικονομική συνεργασία. Θεωρούσαν ότι η καλύτερη πορεία για την Ευρώπη είναι τα κράτη της να βρουν κοινούς τόπους σε θέματα δευτερεύουσας σημασίας αρχικά. Προτάχθηκε η οικονομία, καθώς αυτή ήταν το μείζον ζήτημα της μεταπολεμικής περιόδου. Η λογική ήταν ότι τα κράτη επιδιώκουν να ανακάμψουν και να ανασυγκροτηθούν μετά το βιομηχανικό, ολοκληρωτικό Β’Π.Π. Η οικονομική συνεργασία ήταν η ευκολότερη διότι βασιζόταν στην εξασφάλιση του κοινού συμφέροντος. Η πρακτική αυτή προσέγγιση δεν απέκλειε πολιτική συνεργασία στο μέλλον, όμως προσπαθούσε να εξασφαλίσει κυρίως συμφωνίες στα θέματα στα οποία οι εταίροι δε διαφωνούσαν (consensus). Επίσης, στηριζόταν στις ελίτ. Πολιτικές και οικονομικές ελίτ γινόντουσαν οι αποκλειστικοί παίχτες και δρώντες αυτού του παιχνιδιού.

Αντίθετα οι φεντεραλιστές οραματίζονταν την υλοποίηση αυτού που είχε πει ο Hugo, τη δημιουργία μιας ομοσπονδίας στην Ευρώπη κατά τα πρότυπα των ΗΠΑ. Θεωρούσαν ότι όσο διατηρούνται οι διακρίσεις σε βάση έθνους-κράτους στην Ευρώπη και με τις ιστορικές μνήμες να βαραίνουν πολύ στις κοινωνίες και στο συλλογικό ασυνείδητο, η μόνη λύση για την οριστική έκλειψη του πολέμου ανάμεσα στα ευρωπαϊκά κράτη είναι να γίνουν ένα κράτος. Αναγνώριζαν ότι αυτό δεν μπορεί να γίνει αυτόματα, όμως σε αντίθεση με τους λειτουργιστές, πίστευαν ότι οι συζητήσεις για πολιτική ενοποίηση πρέπει να γίνουν από την αρχή της προσπάθειας. Η στόχευσή τους ήταν πιο μεγαλεπήβολη και πιο σφαιρική. Επεδίωκαν τη συμμετοχή των πολιτών σε αυτή και την ενσωμάτωσή τους σε μιαν ευρωπαϊκή οικογένεια. Δε μιλούσαν απλώς για συνεργασία ή ολοκλήρωση σε συγκεκριμένους τομείς, αλλά για μια συσσωμάτωση των ευρωπαϊκών κρατών σε μια νέα ολότητα.

Η σημερινή ΕΕ αποτελεί ένα υβρίδιο των δύο αυτών προσεγγίσεων. Περιέχει κάποια υπερεθνικά στοιχεία και πολύ περισσότερα λειτουργικά. Αυτό που δημιουργεί μεγαλύτερες εντάσεις και αποστροφή προς την ΕΕ, πλέον, είναι το λεγόμενο δημοκρατικό έλλειμμα. Πριν δέκα χρόνια μας το είχαν περιγράψει ως εξής: Ας πούμε ότι μια κυβέρνηση θέλει να πάρει μέτρα που δε θα είναι δημοφιλή. Πηγαίνει στην ΕΕ, μέσω του Συμβουλίου ή της Επιτροπής τα προωθεί και επιστρέφει στη χώρα και λέει ότι τα μέτρα αυτά είναι απαίτηση της ΕΕ. Σε αυτό το τρίγωνο ακυρώνεται ο έλεγχος που μπορεί να έχει ο οποιοσδήποτε πολίτης, ή κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος στην εκτελεστική εξουσία. Τα τελευταία πέντε χρόνια τα πράγματα είναι χειρότερα. Οι μη εκλεγμένοι τεχνοκράτες της ΕΕ λαμβάνουν μέτρα που επηρεάζουν το σύνολο της Ένωσης ή μόνο την Ευρωζώνη καθοριστικά. Παρά την ύπαρξη του Ευρωκοινοβουλίου, το δημοκρατικό έλλειμμα επεκτείνεται στην ΕΕ, που έχει γίνει νομοπαραγωγικός μηχανισμός υπό την επήρεια πολιτικών και οικονομικών ελίτ.

Για να μην παραμυθιαζόμαστε, οι ελίτ ήταν πάντα στο κέντρο των αποφάσεων του Ευρωπαϊκού οικοδομήματος. Μόνο που από τη Συνθήκη του Άμστερνταμ και μετά, όταν η ΕΕ αποφάσισε να αγκαλιάσει και να υιοθετήσει την οικονομική παγκοσμιοποίηση οι δρώντες δεν είναι μόνο κρατικοί. Τα ιδιωτικά συμφέροντα άρχισαν να πιέζουν θεσμικά και να προωθούν δικούς τους ανθρώπους σε θέσεις της ΕΕ. Αυτό γίνεται με το θεσμοθετημένο, νομικά κατοχυρωμένο τρόπο που ονομάζεται lobbying. Επειδή έχει λίγο αρνητική έννοια η λέξη, υπονοώντας διαπλοκή, τονίζω ότι το lobbying είναι νόμιμο και αποδεκτό. Από εκεί και πέρα είναι θέμα το κάθε οργανισμού το με ποια ιδιωτικά συμφέροντα θα συμπράξει και σε ποιο βαθμό. Η Επιτροπή και η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα είναι οι θεσμοί που το lobbying στοχεύει περισσότερο για δύο λόγους: 1) Δεν είναι εκλεγμένοι, άρα δε λογοδοτούν στο κοινό, παρά μόνο στα Συμβούλια των Υπουργών και των Αρχηγών Κρατών και Κυβερνήσεων και 2) Έχουν το μεγαλύτερο μέρος της εκτελεστικής εξουσίας της ΕΕ.

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο είναι μια παρένθεση δημοκρατικότητας. Είναι μια ωραία ιδέα που όμως δεν εφαρμόζεται σωστά. Ο θεσμός έχει πολύ λίγες αρμοδιότητες και κατά βάση δευτερεύουσες, πλην εκείνης της ψήφισης του προϋπολογισμού της ΕΕ. Οι εκπρόσωποι έχουν μικρή αναγνωρισιμότητα και περιθώριο δράσης. Αν του δοθεί η εξουσία να τοποθετεί τον πρόεδρο της Επιτροπής θα είναι ένα βήμα μπροστά. Προς το παρόν δίνει τη γνώμη του, αλλά αυτή δεν είναι δεσμευτική. Είναι όμως χρήσιμο για να δίνεται στους Ευρωπαίους πολίτες η ψευδαίσθηση ότι έχουν λόγο στην ΕΕ. Βέβαια, τα ποσοστά συμμετοχής στις Ευρωεκλογές σε όλα τα κράτη-μέλη, μάλλον δείχνει ότι ως ψευδαίσθηση το αντιμετωπίζουν οι περισσότεροι. Ναι εντάξει όλες οι αλλαγές αρχίζουν από κάπου, όμως το γεγονός ότι δε δίνονται πραγματικές αρμοδιότητες στο Ευρωκοινοβούλιο επιβεβαιώνει τον περιθωριακό του χαρακτήρα.


Κάπως έτσι το επιχείρημα ότι η ΕΕ επηρεάζει σε τέτοιο βαθμό τη ζωή μας, αλλά δεν πας να ψηφίσεις στις Ευρωεκλογές καθίσταται έωλο. Η ψήφος στις Ευρωεκλογές δεν επηρεάζει την πορεία και την κατεύθυνση της ΕΕ. Είναι περίπου σαν τα ματς των super cups στην αρχή της σεζόν στο ποδόσφαιρο σαν επίσημα φιλικά, ή μάλλον σαν επίσημη δημοσκόπηση. Για να αναφωνούν όλοι μετά: Αχ, Ευρώπη!

Τετάρτη 21 Μαΐου 2014

Συνεδρία 52: Φάτε Τους


Πέρασαν λοιπόν και οι αυτοδιοικητικές εκλογές στις οποίες ο κάθε πικραμένος ήταν υποψήφιος δημοτικός σύμβουλος. Μπορεί να έχει και δεύτερο γύρο που σε ορισμένες περιοχές όπως η Αθήνα, η Αττική και ο Πειραιάς έχουν πολύ μεγάλο ενδιαφέρον και τζόγο, αλλά το κακό της σταυροδοσίας τελείωσε την Κυριακή. Δε θα μπω στο μιντιακό καραγκοζιλίκι να ‘εξάγω πολιτικά συμπεράσματα’, αλλά θα κάνω ορισμένες παράπλευρες παρατηρήσεις.

Ξεκινάω από το προφανές. Δηλαδή ρε φίλε πόσοι υποψήφιοι πρέπει να υπάρχουν σε ένα συνδυασμό το κέρατό μου μέσα. Είδα ψηφοδέλτιο του δήμου Ηρακλείου που μαζί με τους διαμερισματικούς συμβούλους ήταν κάτι μεταξύ μεσαιωνικού παπύρου και μνημείου πεσόντων. Έπρεπε να μπει ένα όριο λογικό, ας πούμε να είναι τόσοι οι υποψήφιοι όσες και οι θέσεις των συμβούλων. Αλλά είπαμε, η δημοκρατία βασίζεται στην πολυσυλλεκτικότητα και στην πληθώρα των επιλογών. Άσε που δίνεται νόημα και στη μεταθανάτια ζωή των δέντρων με τόσες κάρτες που τυπώθηκαν.

Σε δεύτερο επίπεδο, όπως λέγαμε και περίπου τρεις μήνες πριν με τον Αταραξία για τον υποψήφιο στη Ζαχάρω (που απ’ ότι είδα έσκισε πάλι), οι εκλογές είναι τοπικές. Ψηφίζονται πρόσωπα με διάφορα κριτήρια. Πέρα από την αναγνωρισιμότητα στην τοπική κοινωνία είναι και οι διασυνδέσεις με αυτήν. Εδώ να τονίσω ότι στις πολιτικές επιστήμες η ψήφος βάσει προσωπικού συμφέροντος λογίζεται έλλογη ψήφος. Και επειδή στην ελληνική επαρχία οι εξυπηρετήσεις δίνουν και παίρνουν, πολλοί διατήρησαν τις θέσεις τους, ακόμα και αν κατέβαιναν χωρίς τη στήριξη κάποιου κομματικού μηχανισμού, ειδικά οι προερχόμενοι από το ΠΑΣΟΚ. Τρανό παράδειγμα οι Κουράκης και Αρναουτάκης στην Κρήτη, παρόλο που δεν είναι πια τόσο κραταιοί όπως τέσσερα χρόνια πριν.

Και επειδή ψηφίζονται πρόσωπα το μόνο πράγμα που μπορεί κάποιος λογικός άνθρωπος να ελέγξει σε κομματικό επίπεδο είναι αν έγιναν σωστές επιλογές προσώπων από τα κομματικά επιτελεία. Όλα τα υπόλοιπα είναι εντυπώσεις, βλακείες, προπαγάνδα, πείτε το όπως θέλετε. Έχουμε λοιπόν κάποιες καλές και κάποιες άστοχες επιλογές. Η αλήθεια είναι ότι οι άστοχες επιλογές της ΝΔ είναι περισσότερες και βαραίνουν λόγω του ότι το κόμμα έχει παρουσία στις αυτοδιοικητικές εκλογές 40 χρόνια τώρα. Το ότι στο β’ γύρο στην Αθήνα δεν πάει συντηρητικός υποψήφιος είναι τεράστια ήττα. Όπως και το μόλις 18% που πήρε ο Ιωαννίδης στην περιφέρεια κεντρικής Μακεδονίας, επίσης παραδοσιακά συντηρητική περιοχή. Ακόμα και η διάσπαση των δεξιών ψήφων είναι απόρροια της επιλογής Σπηλιωτόπουλου. Επελέγη κάποιος που δημιούργησε ρήγματα και αντάρτικα. Αντίθετα στην Αθήνα φαίνεται ότι ο ΣΥΡΙΖΑ κάνει καλό scouting και βγάζει νέους αστέρες. Άλλωστε και ο Τσίπρας έτσι μπήκε στην πολιτική ζωή της χώρας. Το καλό scouting βγήκε στο ΣΥΡΙΖΑ και στην περιφέρεια, όπου η υποψηφιότητα Δούρου, παρά τον απολιτίκ πόλεμο που δέχτηκε από τη Μελισσανιδική ΑΕΚ πήγε εξαιρετικά.

Και όσο το ΠΑΣΟΚ χαίρεται ακόμα με το fade out των παλιών του υποψηφίων που διατήρησαν τη θέση τους ή περνούν στο δεύτερο γύρο, οι άλλοι δύο έχουν πιο πολύ ενδιαφέρον. Η ΝΔ στην περιφέρεια διατήρησε τα αυτοδιοικητικά της ποσοστά με μικρές απώλειες και κέρδη αλλού (πχ Ήπειρος). Φαίνεται ο ΣΥΡΙΖΑ είχε όλους τους καλούς scouts στην Αθήνα και στην περιφέρεια είχε ζητήματα. Η επιλογές προσώπων δεν ήταν οι σωστές. Ειδικά στην Κρήτη, η αποτυχία είναι πολύ μεγάλη και κυρίως βασίζεται στο ότι τα πρόσωπα ήταν σχετικά άγνωστα στο ευρύ κοινό.

Εκεί που παρέδωσα κανονικά πινακίδες ήταν με το ΚΚΕ. Ενώ πανηγύριζαν ότι ενισχύθηκαν, και προέβαλαν την πρωτιά του υποψηφίου της στην Πάτρα, τα συνολικά στοιχεία σε σχέση με τις εκλογές του 2010 (τις αυτοδιοικητικές πάντα) δείχνουν ότι πήρε -2,1%. Με τη χώρα σε αυτήν την κοινωνική και οικονομική κατάσταση με τη ΧΑ να βγάζει συγκεντρωτικά 8,1% το ΚΚΕ είναι στον κόσμο του και στο χωροχρόνο του. Και εδώ μπαίνει ξανά ο αταβισμός της αριστεράς. Μετά από συλλήψεις, δικογραφίες 150.000 σελίδων, αποδεδειγμένα εγκλήματα, οι ψηφοφόροι της ΧΑ δεν είναι πια τίποτα πλανεμένοι που αντιδρούν, είναι φασίστες. Επειδή η αποχή ήταν συνολικά στο 38%, το πραγματικό ποσοστό του πληθυσμού είναι μικρότερο, αλλά είναι πλέον υπαρκτό και δεδομένο. Ειδικά στη Θεσσαλία, πήρε 10% καταδικασμένος υποψήφιος.

Συνολικά, η ΝΔ πήρε -6,2% από τις εκλογές του 2014, ο ΣΥΡΙΖΑ +13,2%, το ΚΚΕ -2,1% και οι πρώην ΠΑΣΟΚοι -18,4%. Το ποσοστό της ΝΔ μπορεί στηριχτεί αποκλειστικά στις επιλογές προσώπων και δεν ξέρουμε αν υπάρχει γενικότερη πτώση της απήχησής της στις τοπικές κοινωνίες. Αν σε αυτό συμπεριλάβουμε και τη μεγάλη της πτώση σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη, στην περιφέρεια αύξησε τα ποσοστά της. Ο ΣΥΡΙΖΑ για πρώτη φορά κατέβηκε σε όλους τους δήμους και περιφέρειες με δικούς του υποψηφίους. Η μεγάλη του άνοδος βασίστηκε στις καλές επιλογές στην Αθήνα και την Αττική. Η αύξησή του επίσης δείχνει ότι πλέον γίνεται πολιτική δύναμη σε όλα τα επίπεδα, αλλά στην αυτοδιοίκηση οι επιλογές χρειάζονται μεγαλύτερη προσοχή. Το ΠΑΣΟΚ/Ελιά χάρηκε που δεν εξαφανίστηκε, όμως πρέπει να σκεφτεί ότι οι υποψήφιοι που προέρχονται από αυτό κατέβηκαν χωρίς επίσημη υποστήριξη και κράτησαν τη θέση τους, άρα ο κόσμος τους αναγνωρίζει κάτι. Στην αυτοδιοίκηση το fade out του θα είναι πιο αργό.


Όσο για τους ψηφοφόρους, δεν έχω ελπίδα. Οι επιλογές των τελευταίων 150 ετών είναι ενδεικτικές. Η ψήφος μοιάζει με διαβατήριο στη γκρίνια. Για να φωνάζουν μετά στους εκλεγμένους: Φάτε τους!

Τετάρτη 14 Μαΐου 2014

Συνεδρία 51: Το Μεξικανικό Σύνορο.


Η περιοχή εδώ και πολλά χρόνια έχει ονομαστεί Amexica. Πρόκειται για την έκταση που περιβάλλει το σύνορο μεταξύ ΗΠΑ και Μεξικού. Περιλαμβάνει λίγα μίλια στην Αμερικανική πλευρά, περίπου 50 από τη συνοριακή γραμμή και σχεδόν 200 στην Μεξικανική. Περιοχή μεγάλης φυσικής ομορφιάς και ακόμα μεγαλύτερης βίας. Εννέα καρτέλ βρίσκονται σε συνεχή πόλεμο μεταξύ τους εδώ και περίπου δώδεκα χρόνια που δημιουργήθηκε κενό ηγεσίας, αλλά τα θύματά τους δε σχετίζονται μόνο με τα ναρκωτικά.

Οι συνοριακές περιοχές έχουν αποδειχθεί προβληματικές και πηγές συνεχών αψιμαχιών σε όλη τη διάρκεια της ανθρώπινης ιστορίας. Εκείνο που διαφοροποιεί την περίπτωση του συνοριογραμμής ΗΠΑ-Μεξικό είναι οι δρώντες. Αν εξετασθεί το ζήτημα ιστορικά θα δούμε ότι η βασική αιτία ήταν η διεκδίκηση και η προσάρτηση εδαφών από μία οντότητα με στοιχεία κράτους. Είτε πρόκειται για πόλεις-κράτη ή αυτοκρατορίες της αρχαιότητας, μεσαιωνικά βασίλεια ή σύγχρονα έθνη-κράτη, ο στόχος ήταν κοινός, όπως και η διαδικασία: πόλεμος, έλεγχος, προσάρτηση, εγκαθίδρυση κυριαρχίας. Αντίθετα, το οργανωμένο έγκλημα λειτουργούσε με παρόμοια λογική, αλλά διαφορετική πρακτική. Ο έλεγχος ήταν θεωρητικός σε μία περιοχή και σχετιζόταν με τη χρηματική απόδοση επί των παράνομων πωλήσεων, επίσης παράνομων προϊόντων. Προσαρτήσεις δεν υπήρχαν και οι πόλεμοι των συμμοριών γινόντουσαν κυρίως για το προϊόν και λιγότερο για τη γεωγραφική περιοχή. Άλλωστε αυτή ήταν πάντα ένα κομμάτι, μια γειτονιά ενός αστικού περιβάλλοντος. Η κυριαρχία επί της περιοχής ήταν πάντα φοβερά εναλλασσόμενη και μπορούσε να επηρεαστεί από πάρα πολλούς εξωγενείς παράγοντες.

Στην περιοχή από την Tijuana ως το Juárez και μέχρι την ακτή του Ατλαντικού και το Monterrey η κατάσταση είναι διαφορετική. Θυμίζει λίγο κράτος σε κατάσταση πλήρους αναρχίας με γαρνιτούρα εμπόλεμης ζώνης υπό μαφιόζικη διοίκηση.  Τέσσερα καρτέλς μάχονται για τον έλεγχο διαφόρων προϊόντων. Από ναρκωτικά, που είναι το βασικό, όπλα προς τις Νότιες πολιτείες των ΗΠΑ, γυναίκες μέχρι και τα περάσματα που χρησιμοποιούν οι μετανάστες προς τις ΗΠΑ. Κάθε καρτέλ ασχολείται με όλα τα παραπάνω και δεν υπάρχει εξειδίκευση. Η μάχη του οργανωμένου εγκλήματος έχει μετατραπεί σε γεωστρατηγική, διότι το βασικό διακύβευμα είναι το ίδιο το σύνορο. Το σύνορο, που αποτελεί τη φλέβα χρυσού πάνω στην οποία δομείται η παράνομη οικονομική δραστηριότητα. Επειδή, όση ποσότητα προϊόντων και αν διαθέτουν, είναι το σύνορο που εξασφαλίζει την αγορά.

Για τα ναρκωτικά και τα όπλα δε νομίζω ότι χρειάζεται να το αναλύσω πολύ. Οι ΗΠΑ παραμένουν η μεγαλύτερη αγορά και των δύο αυτών προϊόντων. Ειδικά στις Νότιες Πολιτείες με τους πολύ χαλαρούς νόμους περί οπλοκατοχής και οπλοχρησίας η επιχείρηση είναι μαγαζί γωνία. Μια σημείωση μόνο για τα όπλα: το εμπόριο γίνεται και προς τις δύο πλευρές. Όταν τελειώνουν τα πυρομαχικά των καρτέλς, είναι εξωφρενικά εύκολο να προμηθευτούν τα χρειαζούμενα από κάποιο κατάστημα όπλων στο Texas, την Alabama κ.ο.κ. Τα άλλα δύο είναι ελαφρώς  πολύπλοκα.
Όσον αφορά τις γυναίκες, παρουσιάζεται το εξής πολύ βασικό ζήτημα: είναι το κυρίως εργατικό δυναμικό της συνοριογραμμής. Οι περισσότεροι άντρες είναι μέλη των καρτέλς είτε εκούσια, είτε αφού υπέστησαν μεθόδους πειθούς υποκόσμου. Έτσι, τα εργοστάσια, που είναι άφθονα στην περιοχή έχουν γυναικείο εργατικό δυναμικό σε ποσοστά άνω του 75%. Αυτές είναι και οι πιο νόμιμες εργάτριες καθώς το προσωπικό σε ξενοδοχεία, τουριστικά, κέντρα διασκέδασης και εστιατόρια ελέγχεται κατά κύριο λόγο από το εκάστοτε καρτέλ. Είναι και οι γυναίκες που πέφτουν θύματα ομαδικών απαγωγών, βιασμών και δολοφονιών. Κάποιες εξωθούνται στην πορνεία, όμως επειδή μεταβαίνουν στα εργοστάσια ομαδικά, με λεωφορεία μισθωμένα από τους εργοστασιάρχες, πέφτουν θύματα και ομαδικά. Και όσες δεν υποτάσσονται, θανατώνονται.

Το πιο περίπλοκο ζήτημα όμως είναι εκείνο του ελέγχου των περασμάτων των μεταναστευτικών ροών. Αντίθετα με την Ευρώπη, στο σύνορο ΗΠΑ-Μεξικό, αλλά και στο Βόρειο μεταξύ ΗΠΑ και Καναδά, το να μένει κάποιος στη μία πλευρά του συνόρου και να δουλεύει στην άλλη είναι διαδεδομένη πρακτική. Καθημερινά πάνω από 250.000 άνθρωποι, κυρίως γυναίκες, περνούν τα σύνορα νόμιμα για να πάνε στις δουλειές τους στις ΗΠΑ. Το βράδυ τα coyotes οδηγούν τους μετανάστες από περάσματα στις ΗΠΑ παράνομα. Ο έλεγχος του ποιος είναι ποιος παραμένει εξωφρενικά δύσκολος. Αν δεν πιαστούν επ’ αυτοφόρω, πράγμα εξαιρετικά σπάνιο, το πρωί είναι κάποιος εργάτης. Και όπως συμβαίνει σε όλα τα κυκλώματα δουλεμπορίου, υπάρχει κάποιος ‘δικός τους’ στην αμερικανική πλευρά που φροντίζει να τους βρει δουλειά ώστε να πληρώσουν τα έξοδα για το πέρασμά τους στις ΗΠΑ.

Τα καρτέλς δολοφονούν μαζικά και κάνουν κινήσεις παραδειγματισμού. Για παράδειγμα αν ένα χωριό φύγει από την επιρροή των Zetas και περάσει σε εκείνη των Sinaloa, οι Zetas θα πάνε και θα το ξεπαστρέψουν. Οι άντρες που πήγαν με τους άλλους θα δολοφονηθούν, συχνά με βασανιστήρια και θα αποκεφαλιστούν, ή θα κρεμάσουν τα πτώματά τους από κάποια γέφυρα. Οι γυναίκες θα βιαστούν και θα δολοφονηθούν. Τα σπίτια θα καούν και τα παιδιά, όσα επιβιώσουν, θα μεταφερθούν σε χωριά των Zetas. Όσοι αστυνομικοί δε διεφθήρησαν από τα καρτέλς δολοφονήθηκαν πριν κλείσουν δίμηνο στη θέση τους. Ειδικά στο Juárez που βρίσκεται στο κέντρο οι δολοφονίες ξεπερνούν τις 50 το μήνα: επίσημα πια η πιο επικίνδυνη πόλη του κόσμου.


Όλα αυτά συμβαίνουν όχι απλώς στην αυλή, αλλά και μερικώς μέσα στο σπίτι των ΗΠΑ, που αδυνατούν να ελέγξουν το οτιδήποτε. Δεν είναι ότι δε θέλουν, η κεντρική, ομοσπονδιακή, κυβέρνηση τουλάχιστον. Όμως η διαφορετικές νομοθεσίες μεταξύ ομοσπονδιακού κράτους και Νότιων Πολιτειών δημιουργεί κενά που εκμεταλλεύεται το οργανωμένο έγκλημα. Για τη Μεξικανική πλευρά το ζήτημα έχει φτάσει σε επίπεδα μη επιλύσιμης κρίσης. Ακόμα και το στρατό έχουν στείλει ο οποίος με τη σειρά του διεφθάρει και έγινε στοιχείο της εγκληματικής δραστηριότητας. Καλό θα ήταν η Ευρώπη να το κοιτάξει το θέμα. Διότι υπάρχουν αρκετά κενά μεταξύ κοινοτικής και εθνικών νομοθεσιών που εκμεταλλεύονται διάφορα κυκλώματα. Και αρκετές συνοριακές περιοχές που κινδυνεύουν να καταλήξουν όπως το Μεξικανικό σύνορο.

Τρίτη 6 Μαΐου 2014

Συνεδρία 50 (β): Ολόκληρο το Φεγγάρι


Το νέο είδος σταυροφόρου που ευδοκιμεί στη Δύση μετά το 1990 είναι του αρνητή του Ισλάμ. Μάλιστα, όσοι αρνούνται το Ισλάμ στο σύνολό του, το κάνουν αντιπαραβάλλοντας χριστιανικές αξίες. Αυτό έδωσε τροφή για να γραφτούν βιβλία όπως ‘Η Σύγκρουση των Πολιτισμών’ και να δημιουργηθεί ένας κλάδος στις κοινωνικές και πολιτικές επιστήμες. Υπάρχουν όμως αρκετά λάθη σε αυτήν την προσέγγιση. Επειδή όμως το αρχικό ζήτημα είναι το πρόβλημα της αριστερής ανάλυσης και κριτικής του Ισλάμ, για να καταλήξω εκεί οφείλω να κάνω κάποιες διακρίσεις.

Κατ’ αρχάς, η προσέγγιση του Ισλάμ ως ένα όλον είναι εσφαλμένη. Το Ισλάμ χωρίζεται σε διάφορες κατηγορίες: στο θρησκευτικό και το πολιτικό, σε Σιΐτες και Σουνίτες, σε ακραίο και κοσμικό. Όλες αυτές οι διακρίσεις έχουν διαφορετικά επίπεδα εφαρμογής και υλοποίησης. Πράγματα δύσκολα για να γίνουν κατανοήσιμα από το ευρύ κοινό. Οπότε αυτό που παρουσιάστηκε και πουλήθηκε πολιτικά ήταν η συνολική στόχευση του δόγματος του Ισλάμ ως απειλητικού για το Δυτικό κόσμο. Επελέγησαν φράξιες και φανατικές ομάδες ώστε να στιγματιστούν ολόκληροι πληθυσμοί. Μουσουλμανικοί πληθυσμοί ζούσαν σε Ευρωπαϊκά, κυρίως, εδάφη πολλούς αιώνες χωρίς προβλήματα, ακόμα και τις περιόδους της δημιουργίας των εθνών-κρατών. Η στοχοποίησή τους είναι κάτι που συνέβη τα τελευταία 20-25 χρόνια. Και αυτό ήταν μια πολιτική τοποθέτηση ενός κομματιού της Δυτικής δεξιάς.

Πάλι εδώ πρέπει να αναφερθεί ότι αυτή η συνολική στοχοποίηση του Ισλάμ δεν έγινε αρχικά από όλες τις πολιτικές εκφάνσεις της Δεξιάς. Η φιλελεύθερη δεξιά ακόμα και σήμερα έχει σοβαρό πρόβλημα αρχών στο να κατηγορεί την οποιαδήποτε διαφορετικότητα, αφού αναγνωρίζει το δικαίωμα ύπαρξης σε όλους και κρίνει τις επιδόσεις τους. Η Χριστιανοδημοκρατική έχει ζήτημα όμως. Εντούτοις, ενώ βλέπει από πρόβλημα ως εχθρό το Ισλάμ συνολικά η προσέγγισή της εμπεριέχει πολλές αντιφάσεις. Αρχικά, ως θρησκευτικοπολιτική έκφραση, η Χριστιανοδημοκρατία δεν υιοθετεί διαφορετική λογική από το πολιτικό Ισλάμ. Στηρίζει τα θρησκευτικά σχολεία, έχει σχέσεις με τον ανώτερο κλήρο, στη θεωρία οι δράσεις της ακολουθούν τις διδαχές των δικών της ιερών κειμένων, κτλ. Το Ισλάμ κατηγορείται, και κατά συνέπεια ολόκληροι πληθυσμοί, επειδή είναι ‘το άλλο’, το ψευδές δόγμα. Ο διαχωρισμός αυτός δε διαφέρει από τις εθνικές διακρίσεις και καταλήγει ρατσιστικός, λόγω του τσουβαλιάσματος που γίνεται. Επίσης, σε πολιτικό επίπεδο οι διακρατικές σχέσεις κινούνται στον άξονα του συμφέροντος και η θρησκεία δεν ενδιαφέρει. Ο θρησκευτικός ολοκληρωτισμός της Σαουδικής Αραβίας είναι αποδεκτός, καθώς αυτή είναι σύμμαχος, αλλά του Ιράν όχι.

Η ατζέντα στη Δύση κατά του Ισλάμ δομήθηκε και αναπτύχθηκε από αυτό το κομμάτι της δεξιάς. Άλλα τμήματα της δεξιάς υποστήριξαν με τον καιρό τη γενικευμένη κατά του Ισλάμ άποψη. Δε νομίζω ότι χρειάζεται να κάνω την αναφορά για την ακροδεξιά καν. Η αριστερά σε αυτό αντέδρασε με τη μέθοδο της άρνησης. Σε οτιδήποτε έλεγε η Χριστιανική αρχικά και στη συνέχεια η ευρύτερη λαϊκή δεξιά ήταν -αντί-. Η οποιαδήποτε αναφορά στο Ισλάμ άναβε την ταμπέλα του ‘Ισλαμοφοβικού’. Η μέθοδος του -αντί- όμως  είναι επιφανειακή και έρχεται σε αντίθεση με την ανάλυση που οφείλει να έχει κάθε αριστερά. Έτσι προκύπτουν αντιφάσεις αντίστοιχες με εκείνες της δεξιάς. Η αριστερά πχ να υποστηρίζει τους Αφγανούς Ταλιμπάν επειδή πολεμούν κατά των ΗΠΑ. Να υποστηρίζει το θεοκρατικό Ιράν επειδή είναι αντίπαλος του Ισραήλ και των ΗΠΑ απομακρυνόμενη από δύο πυλώνες της αριστερής θεωρίας, την κοσμικότητα και τον ανθρωποκεντρισμό.

Η αριστερά έχει ένα πρόβλημα με την κοινωνική ανάλυση των θρησκειών που εδράζεται στα εργαλεία της. Σε όλες της τις πτυχές θεωρεί τη θρησκεία ως κάτι από αναγκαία υπαρκτό έως ναρκωτικό των λαών (όπιο συγκεκριμένα). Ο διαχωρισμός της κοινωνίας βάση των κοινωνικών τάξεων δεν αφήνει χώρο στη θρησκεία. Τα Μαρξιστικά εργαλεία με βάση την οικονομία και με την πάλη των τάξεων η βασική εξελικτική δυναμική της ιστορίας αφήνουν τη θρησκεία κάπου στο εποικοδόμημα. Ναι, η θρησκειά, τόσο ως θεσμός, όσο και ως πολιτική δύναμη, χρησιμοποιείται σχεδόν σε όλες τις ιστορικές περιόδους από την άρχουσα τάξη. Ο Μαρξισμός όμως υποβιβάζει το ρόλο της θρησκείας σε αυτό το επίπεδο, σε εργαλείο της άρχουσας τάξης στην προσπάθεια καθυπόταξης των υπόλοιπων.

Η πιο δομιστική (στρουκτουραλιστική) αριστερά φτάνει ως το σημείο να θεωρεί τη θρησκεία ως απαραίτητο στοιχείο του συστήματος και ως εκεί. Μόνο ο Foucault είχε αναρωτηθεί αν ο κόσμος έχει αποκοπεί ποτέ από την ποιμενική του δομή. Η σοσιαλδημοκρατία την αντιμετωπίζει όπως κάθε άλλο θεσμό, ως κοινωνικό συνομιλητή. Μάλιστα, προκρίνει την επίσημη εκκλησία σε αυτήν τη διαπραγμάτευση. Η Αναρχική πλευρά της αριστεράς, προφανώς είναι ενάντια σε κάθε μορφή αρχής (επίσημη – πολιτική θρησκεία ως θεσμός), αλλά και προσωπικής εξάρτησης, δηλαδή την προσωπική πίστη του κάθε ατόμου σε κάτι ανώτερο.

Η διαφορά του Ισλάμ με τις υπόλοιπες θρησκείες είναι ο μιλιταρισμός που εμπεριέχεται στο φανατικό, ακραίο κομμάτι του. Οι ατομικές ακραίες εκδηλώσεις πίστης από φανατικούς στον χριστιανικό κόσμο είναι περιπτώσεις κλινικής ψυχασθένειας. Στον Ισλαμικό κόσμο σε κάποια κράτη είναι η επικρατούσα ιδεολογία. Ομαδοποιημένο στο χριστιανικό κόσμο στρεφόταν και στρέφεται έναντι ενός χριστιανικού ‘άλλου’. Ειδικά μεταξύ Καθολικών και Προτεσταντών έχει χυθεί πολύ αίμα, είτε σε επίσημους πολέμους, είτε σε τρομοκρατικές ενέργειες. Για το μιλιταριστικό ισλαμικό κομμάτι ο ‘άλλος’ είναι παγκόσμιος. Ρεαλιστικά όμως, πρόβλημα για την ασφάλεια είναι κάποιες συγκεκριμένες ομάδες. Όχι ολόκληροι πληθυσμοί που απλώς πιστεύουν στον Αλλάχ. Ούτε όμως κανένας.


Για να καταλήξω στο αρχικό ερώτημα, η κριτική που γίνεται στο Ισλάμ από την αριστερά πάσχει σε δύο σημεία: ότι δεν έχει καθορίσει την ατζέντα η ίδια και αντιδρά στις απόψεις που εκφράζονται από την άλλη πλευρά και ότι τα εργαλεία ανάλυσής της δυσκολεύουν την κοινωνική ανάλυση κάθε θρησκείας. Από εκεί και πέρα είναι επιλογή. Είναι επιλογή να μην προβάλλεται η ανισότητα μεταξύ ανδρών και γυναικών, η θεοκρατία, η έλλειψη του κοσμικού κράτους και ουμανισμού. Και αυτό βασίζεται πάνω σε μια πολύ ελαστική εφαρμογή της ιδέας της αποδοχής του πολιτισμού του άλλου. Η ανοχή αυτή, επίσης ενδογενής στην αριστερά έχει αποδεχτεί τις φράξιες των φανατικά θρησκευόμενων μουσουλμάνων ως πολιτιστικό στοιχείο. Η αντίδραση στην ατζέντα που θέτει η δεξιά και πλέον η άκρα δεξιά είναι ολιστική. Οποιαδήποτε κριτική χαρακτηρίζεται ως ρατσιστική και Ισλαμοφοβική, χωρίς να γίνεται ποιοτική ανάλυση. Ή έστω ανάλυση κάθε περίστασης ξεχωριστά. Και επειδή γίνεται επιφανειακή προσέγγιση και από τις δύο πλευρές, καλό θα ήταν να μην κοιτάμε μόνο την ημισέληνο, αλλά ολόκληρο το φεγγάρι.

Σάββατο 3 Μαΐου 2014

Συνεδρία 50(α): Σταυροφόρος


Έγραψα αρχικά ένα κείμενο, δε μου άρεσε, και είπα να το σπάσω σε δύο μέρη. Για να κάνω λίγο πιο ξεκάθαρο το επιχείρημά μου σε σχέση με το Ισλάμ, το έλλειμμα ασφαλείας στη Δύση και τη θέση της αριστεράς στην κριτική των Ισλαμιστικών πρακτικών. Σε αυτό το πρώτο μέρος θα ακολουθήσω ιστορική προσέγγιση. Σκοπός μου είναι να παρουσιάσω το ότι στην ιστορία του Χριστιανικού και του Ισλαμικού κόσμου, οι σχέσεις μέχρι τα τέλη του προηγούμενου αιώνα διέπονταν από τις αρχές των διεθνών σχέσεων, όπως αυτές εκφράζονταν κατά τις αντίστοιχες χρονικές περιόδους. Στο δεύτερο μέρος, θα γράψω για το σύγχρονο κόσμο.

Όταν το Ισλάμ άρχισε να κερδίζει έδαφος στα μέσα του 8ου αιώνα μ.Χ. ο κόσμος ήταν δομημένος πάνω στη θρησκεία. Πέρα από τις αυτοκρατορίες και τα βασίλεια της Δύσης, τα ισχυρότερα κέντρα της Δύσης ήταν το Βατικανό και η Κωνσταντινούπολη, επειδή εκεί βρίσκονταν οι πυρήνες της θρησκευτικής εξουσίας. Ο Πάπας ήταν με διαφορά από τον δεύτερο ο ισχυρότερος άνθρωπος στον πλανήτη. Η δομή του κόσμου ήταν θεοκρατική και θεοκεντρική.

Το Ισλάμ δίνει έμπνευση και ενώνει νομαδικούς πληθυσμούς. Αυτοί αρχίζουν να επεκτείνονται στα εδάφη της Μέσης Ανατολής και της Αφρικής, όπου η Βυζαντινή παρουσία, μετά την Ιουστινιάνεια υπερεξάπλωση έχει εξασθενίσει. Οι Σαρακινοί και οι Μαμελούκοι είναι τα εθνοτικά φύλλα που οδηγούν αυτήν την πορεία. Απ’ όπου περνούν εξισλαμίζουν πληθυσμούς και εγκαθιδρύουν την παρουσία τους με βασίλεια και σουλτανάτα. Η Βαγδάτη και το Κάιρο γίνονται κέντρα εξουσίας, όπως και αργότερα η Γρανάδα, το ισχυρότερο Ισλαμικό βασίλειο σε Ευρωπαϊκό έδαφος. Σημειώνεται εδώ ότι το σχίσμα στο Χριστιανικό δόγμα δεν έχει έρθει ακόμα, ενώ το Ισλάμ είναι χωρισμένο από την αρχή σε Σιΐτες και Σουνήτες. Η θρησκευτική πίστη παίζει καθοριστικό ρόλο στη διάρκεια της παρουσίας αυτών των, πρώην πια, νομαδικών πληθυσμών, αντίθετα πχ με την εισβολή από τα Βόρειο-Ανατολικά της Ευρώπης του Τσέγκις-Χαν.

Οι αντίδραση των Χριστιανικών βασιλείων απέναντι στα Ισλαμικά βασίλεια ήταν αντίστοιχη με τις μεταξύ τους σχέσεις. Υπήρχε μια παραπάνω καχυποψία λόγω θρησκεύματος, αλλά οι ίντριγκες, οι αντιπαλότητες και οι διπλωματικές πρακτικές παρέμεναν ταυτόσημες. Αυτό αλλάζει λίγο μετά το Χριστιανικό σχίσμα τον 11ο αιώνα. Το Βατικανό έχει εκχριστιανίσει τη Δύση και το Βορρά στον Καθολικισμό και η Κωνσταντινούπολη την Ανατολή στην Ορθοδοξία. Η θρησκευτική διπλωματία βρίσκεται στο απώγειό της και το Βατικανό αποφασίζει να δώσει το τελειωτικό χτύπημα στο Πατριαρχείο, παίρνοντας πίσω από τις περιοχές που χαρακτηρίζονται ‘Ιερά Εδάφη’. Αυτά βρίσκονται τον 12ο αιώνα σε Ισλαμικά χέρια, αλλά η στόχευση του Βατικανού είναι να περικυκλώσει το Βυζάντιο. Τα εδάφη αυτά είναι άλλωστε ιερά και για τους Μουσουλμάνους. Ντύνοντας με το θρησκευτικό μανδύα την εκστρατεία, ενώνει τα διηρημένα δυτικά βασίλεια υπό την Παπική σκέπη και παρουσιάζει ως πρωταρχικό εχθρό τους αλλόπιστους.

Οι σταυροφορίες διεξάγονται όπως και κάθε άλλος πόλεμος της εποχής. Στο εκτελεστικό κομμάτι το μόνο που αλλάζει είναι ότι οι δύο εμπόλεμοι δεν λένε τις ίδιες προσευχές πριν τη μάχη. Όμοιες μέθοδοι πολιορκίας, διεξαγωγής μάχης και χειρισμού αιχμαλώτων, πόλεων και πληθυσμών με τους ενδοευρωπαϊκούς πολέμους. Ακόμα και περιπτώσεις αντιπαλοτήτων που άγγιξαν τα όριο του μύθου όπως εκείνη του Σαλάχ Αλ Ντιν (Σαλαντίν στα Ελληνικά) με του Ριχάρδου του Λεοντόκαρδου δε διέφεραν από σχέσεις Ευρωπαίων μοναρχών.

Αργότερα με την Οθωμανική αυτοκρατορία και το Νάαρ Αλ Ισλάμ οι σχέσεις όλων των Ευρωπαϊκών αυτοκρατοριών είναι ταυτόσημες. Την αντιμετωπίζουν ως ισότιμο εταίρο. Ακόμα και όταν η Isabela ξεκινάει τη Reconquista στην Ισπανία και διώχνει τους Σαρακίνους από τη Γρανάδα το κάνει για να αυξήσει τα δικά της εδάφη. Χρησιμοποιεί βέβαια την Παπική βούλα ώστε να κινητοποιήσει το στρατό της, όμως θα το έκανε απέναντι σε κάθε κατακτητή εδαφών που θεωρούσε Ισπανικά.

Ακόμα και στον κόσμο των εθνών-κρατών των τελών του 19ου και 20ου αιώνα οι σχέσεις δεν επισκιάζονταν από το θρησκευτικό χάσμα. Και πώς θα ήταν δυνατό αυτό σε ένα διεθνές σύστημα που κινούνταν και συνεχίζει να κινείται γύρω από την έννοια του κρατικού συμφέροντος. Ειδικά την περίοδο του Ψυχρού Πολέμου ο Μουσουλμανικός κόσμος χωριζόταν σε ‘δικούς μας και δικούς τους μπάσταρδους’. Το Ισλάμ τότε αρχίζει να αντιμετωπίζει για πρώτη φορά κάτι που ο Χριστιανικός κόσμος αντιμετώπισε κατά την Αναγέννηση, την κοσμικότητα. Μία κοσμικότητα που παίρνει τη μορφή της στρατιωτικής έκφρασης και διοίκησης της κοινωνίας. Η γραμμικότητα της εξέλιξης του Ισλαμικού κόσμου διαταράσσεται.


Από τον Κεμάλ Ατατούρκ που υπήρξε πρωτοπόρος μέχρι το Νάσερ και το Σαντάντ, το Σαντάμ ή την οικογένεια Ασσάντ το κοσμικό μουσουλμανικό κράτος στηρίζεται στη στρατιωτική διοίκηση. Όπως όμως ο φιλελευθερισμός στην Ευρώπη δημιούργησε ένα αντιδραστικό κίνημα, έτσι και η κοσμικότητα στο Ισλάμ έστρεψε αρκετούς προς το Κοράνι. Στο Κοράνι όχι με την έννοια απλώς της θρησκευτικής πίστης, αλλά της ζωής ακολουθώντας πιστά τους νόμους του ιερού βιβλίου. Η Σαρία έγινε πολιτική θέση και μερικές από τις ομάδες που εκπροσωπούσαν αυτά τα υπερσυντηρητικά κινήματα κατάφεραν να καταλάβουν την εξουσία σε διάφορες χώρες, όπως τη Σαουδική Αραβία, το Ιράν και το Αφγανιστάν. Στην οικονομία του Ψυχρού Πολέμου, η ιδεολογική τοποθέτηση των καθεστώτων έπαιζε δευτερεύον ρόλο. Μετά το τέλος του όμως, ο κόσμος στη Δύση γέμισε από ένα νέο είδος σταυροφόρων