Παρασκευή 5 Ιουλίου 2013

Πρελούδιο 2: Chasing Cars...


Τι μέρα να είναι σήμερα; Δεν ξέρει. Και δεν μπορεί να υπολογίσει με σιγουριά. Θυμάται πότε ήταν Κυριακή. Το κατάλαβε ότι ήταν Κυριακή από τις επισκέψεις. Από τότε πρέπει να έχουν περάσει τρεις, ίσως τέσσερις μέρες. Δεν είναι σίγουρη. Αλλά δεν τη νοιάζει κιόλας. Ας πούμε ότι είναι Τετάρτη. Της αρέσει η Τετάρτη, από μικρό κοριτσάκι της άρεσε. Της φαινόταν πιο ελαφριά μέρα, διαφορετική από τις υπόλοιπες.

Η Δευτέρα και η Τρίτη κουβαλούσαν το βάρος μιας ολόκληρης εβδομάδας που μόλις άρχιζε. Η Πέμπτη και η Παρασκευή, με λίγη δόση προσμονής Σαββατοκύριακου, κέρδιζαν αρκετές εντυπώσεις. Η Τετάρτη της φαινόταν ουδέτερη. Μόνη εντελώς μέσα στη μέση της παρέας. Σαν να μην έκανε ιδιαίτερη εντύπωση σε κανέναν. Όπως ακριβώς και η ίδια. Γι’ αυτό την αγαπούσε αυτή τη μέρα. Εντάξει λοιπόν. Το βρήκε, θα πει ότι είναι Τετάρτη. Στο κάτω-κάτω δεν κάνει και καμιά σημαντική διαφορά για εκείνη. Αν ήταν αλλιώς τα πράγματα, μπορεί και να την ένοιαζε. Ενώ τώρα, γιατί να τη νοιάζει; Μόνη της είναι. Στο σπίτι της.

Μάλιστα. Είναι Τετάρτη λοιπόν. Και τι ώρα να είναι; Πρωί, σίγουρα πρωί. Πάντα όταν κάνει παρόμοιες σκέψεις διαλέγει να είναι πρωί. Της αρέσει έτσι. Στο μυαλό της έρχεται ένα ηλιόλουστο, κατάλευκο πρωινό, με εκείνον τον ήλιο που σε ακουμπάει στο δέρμα και ανατριχιάζεις. Ένα φωτεινό και πολύβουο πρωινό με όλες τις φωνές, τη φασαρία, την κίνηση που μπορεί να κρύβει μέσα του. Δεν της αρέσει το σκοτάδι. Της φαίνεται ότι το σκοτάδι κρύβει άγνωστα πράγματα. Και της έμαθαν από μικρούλα να αποφεύγει τους αγνώστους.

Θυμάται όταν την πήγαιναν βόλτα στον Εθνικό Κήπο. Της έλεγαν να μη μιλάει ποτέ σε κανέναν άγνωστο, όποιος κι αν είναι αυτός και οτιδήποτε κι αν της έλεγε…ακόμα και το πιο απλό πράγμα. Μικρό κοριτσάκι ήταν τότε. Ο Εθνικός Κήπος της φαινόταν τεράστιος, σαν ένα εξωτικό και μακρινό μέρος. Αλλά είχε μάθει όλα τα κατατόπια του απ’ έξω. Μπορούσε να περπατήσει σε όλα τα δρομάκια  χωρίς ποτέ να χαθεί και δεν χρειαζόταν τις ξύλινες ταμπέλες να την καθοδηγήσουν. Έστριβε δεξιά στο πρώτο σιντριβάνι, περνούσε από τον ψηλό φοίνικα, μετά άλλη μια δεξιά στροφή και αμέσως έβγαινε στη λίμνη με τη μεγάλη γέφυρα και τις πάπιες. Λες να υπήρχαν ακόμα οι πάπιες; Δεν ήξερε… Είχε πολλά χρόνια να  πάει από κει. Μπορεί να υπήρχαν ακόμα. Κι εκείνο το καφενεδάκι με τις λεμονίτες…τρελαινόταν για τις λεμονίτες. Ειδικά όταν τις έπινε στο καφενεδάκι του Κήπου, παρέα με τη γιαγιά της. Αλλού, δεν της φαινόντουσαν και τόσο γλυκιές. Λες και κάτι διαφορετικό είχαν αυτές οι λεμονίτες στον Κήπο και η γεύση τους ήταν πάντα καλύτερη.  

Έπινε κάθε φορά μια τεράστια γουλιά στην αρχή. Από αυτές που κατεβάζεις, κατεβάζεις και σχεδόν νιώθεις το λαιμό σου να καίγεται και τα μάτια σου να τσούζουν από το ανθρακικό…Αλλά δεν σταματάς. Αυτό έκανε πάντα με τη λεμονίτα της.

Ήξερε τουλάχιστον τέσσερις διαφορετικούς τρόπους για να βρεθεί σ’ αυτό το καφενεδάκι. Από την Ηρώδου Αττικού με τους ακίνητους τσολιάδες, από το κάτω μονοπάτι που ήταν οι αρχαίες, λευκές πέτρες ξεθαμμένες, από την πάνω πλευρά, εκείνη του Συντάγματος δηλαδή, αλλά και από την πλευρά των κλουβιών με τα ζώα του κήπου. Τέσσερις διαφορετικοί τρόποι για να βρεθεί στις πράσινες καρεκλίτσες του μικρού καφενείου μέσα από τα δρομάκια του Κήπου. Και τους ήξερε όλους σαν το σπίτι της. Έτρεχε πάντα μπροστά και άφηνε τη γιαγιά της την κυρα-Δέσποινα να την ακολουθεί με το αργό της βήμα  φωνάζοντας «πρόσεχε μπρε μη χαθείς, πρόσεχε, αχ τι μου κάνει αυτό το παιδί…»

Όμορφες εικόνες αυτές…Τον τελευταίο καιρό κάνει συχνά τέτοιες σκέψεις. Κάθεται ώρες ακίνητη και σκέφτεται, σκέφτεται, θυμάται. Δεν έχει και πολλά πράγματα να κάνει.  Στριφογυρίζει συνέχεια γύρω-γύρω, κουτουλάει στους τοίχους. Στο σπίτι της.

Χθες προσπάθησε να τακτοποιήσει λίγο. Δεν της πήρε και πολλή ώρα. Είναι πολύ καλή στην τακτοποίηση. Πάντα τα κατάφερνε να διατηρεί τα πράγματά της καθαρά και τακτοποιημένα. Στο δωμάτιό της δεν θα έβρισκες ποτέ τίποτα βγαλμένο από τη θέση του. Ακόμα κι αν μετακινούσε για λίγο μερικά αντικείμενα για το διάβασμα ή το παιχνίδι της, αμέσως φρόντιζε να τα βάλει ξανά στη θέση τους. Ακριβώς εκεί που ήταν και πριν. Δεν της άρεσε καθόλου η ανακατωσούρα. Αν άφηνε τα πράγματά της ανακατωμένα, αργότερα θα το σκεφτόταν  συνέχεια και δε θα μπορούσε να ησυχάσει. 

Γενικά, ήταν πάντοτε ήσυχη. Δεν ενοχλούσε ποτέ κανέναν, ακόμα και σαν πολύ μικρό κοριτσάκι. «Το πιο βουβό μωρό όλου του κόσμου», έτσι την  έλεγε η γιαγιά της. Μπορούσε λέει να κρατάει ένα μικρό παιχνιδάκι στα χέρια της και να κάθεται σε μια γωνιά μόνη της για ώρες παίζοντας με αυτό. Ή ένα χαρτί και να το χρωματίζει. Χωρίς να γκρινιάζει, χωρίς να ζητάει, χωρίς να διαμαρτύρεται καθόλου.

Η κυρά-Δέσποινα της έλεγε ακόμα ότι πολλά πρωινά την έβρισκε ξύπνια στην κούνια της. Κι ενώ είχε ξυπνήσει από ώρα, καθόταν μέσα στην ξύλινη κούνια εντελώς ήσυχη, με ανοιχτά τα ματάκια της, να κοιτάει δεξιά-αριστερά φτιάχνοντας σχήματα στον αέρα με τα μικροσκοπικά δάχτυλα των χεριών της. Χωρίς να ζητάει την προσοχή των μεγάλων με κλάματα και φωνές. «Κλάψε μπρε, κλάψε λίγο να σ’ ακούσω, πως θες να καταλάβω ότι ξύπνησες;», της έλεγε…

Είναι περίεργο που τα θυμάται όλα αυτά με τόσες λεπτομέρειες. Εικόνες, κουβέντες και γεγονότα από τα παλιά έρχονται στο μυαλό της σαν να έγιναν μόλις χθες. Και τα θυμάται με μεγάλη ακρίβεια. Κι όμως την ίδια στιγμή δυσκολεύεται πάρα πολύ να φέρει στο μυαλό της τα πολύ πρόσφατα γεγονότα της ζωής της. Και στην ίδια ακόμα αυτό της φαίνεται πολύ περίεργο. Για παράδειγμα εδώ και πολύ καιρό προσπαθεί να θυμηθεί την τελευταία φορά που έφαγε παγωτό. Ή την τελευταία φορά που κολύμπησε στη θάλασσα. Ή την τελευταία ταινία που είδε στο σινεμά. Κι όμως της είναι αδύνατον να τα θυμηθεί αυτά.

Τώρα έχει πάρα πολύ καιρό να βγει… Α, καλά, ούτε καν θυμάται πότε βγήκε για τελευταία φορά. Από το σπίτι της. Παλιότερα θυμάται ότι έκανε αρκετές επισκέψεις. Της άρεσε να βλέπει γνωστά κι αγαπημένα πρόσωπα. Να χαζεύει  τις συνήθειές τους, τα λόγια τους, την καθημερινότητά τους. Αλλά δεν ήξερε αν ήταν ευπρόσδεκτη κι αυτό την στενοχωρούσε περισσότερο. Σιγά-σιγά της έμενε η εντύπωση ότι σίγουρα ενοχλούσε. Ότι δεν ταίριαζε με τους υπόλοιπους, ακόμα κι αν την ίδια την ευχαριστούσε το να τους βλέπει που και που. Και κατάλαβε ότι δεν είναι καθόλου μα καθόλου σωστό να ενοχλεί τους άλλους με τις επισκέψεις της. Είναι πιο ήρεμη τώρα που το συνειδητοποίησε αυτό κι έτσι μένει σχεδόν όλες τις ώρες στο σπίτι της.

Και…σαν το ήσυχο μωρό που κάποτε ήταν, έτσι και τώρα κάθεται σιωπηλή χωρίς να γκρινιάζει. Και παίζει μόνη της. Έχει ανακαλύψει και ένα καινούργιο παιχνίδι τώρα τελευταία. Στέκεται χωρίς να κάνει τον παραμικρό θόρυβο και ακούει τον ήχο των αυτοκινήτων που περνάνε. Ο  κεντρικός δρόμος είναι λίγο μακριά από το σπίτι της, αλλά αν προσέξεις μπορείς να ακούσεις ξεκάθαρα τα αυτοκίνητα που περνούν. Άλλο  με μεγάλη ταχύτητα σαν γρήγορο σφύριγμα, άλλο πιο αργά με μεγαλύτερη βουή, άλλο με το βαρύ θόρυβο φορτηγού… Και μετά προσπαθεί να φανταστεί το που πηγαίνει το καθένα. Ακούει το πέρασμά τους και ανάλογα με τον ήχο που κάνουν  τα ακολουθεί με το μυαλό της. Τα κυνηγάει με τη φαντασία της και σκέφτεται το που πηγαίνουν. Άλλο πάει σε κάποιο ταξίδι, άλλο για δουλειά, άλλο σε κάποιο αγαπημένο πρόσωπο ή σε διασκέδαση, άλλο κουβαλάει κουρασμένους επιβάτες, σκεφτικούς ή λυπημένους, άλλο δε θέλει καν να φτάσει στον προορισμό του… Κάθε πέρασμα αυτοκινήτου, κάθε ήχος από  ρόδες που τρέχουν στην άσφαλτο και μια διαφορετική ιστορία… Αυτά κάνει την περισσότερη ώρα…στο σπίτι της. Τι άλλο μπορεί να κάνει εξάλλου;
Να απολαμβάνει την ησυχία της…

Α, και τα λουλούδια της. Αυτό ξέχασα να το πω. Έχει δύο πολύ όμορφα λουλούδια. Τι λουλούδια δηλαδή, αυτά έχουν μεγαλώσει πολύ, ολόκληρα δέντρα έχουνε γίνει… Δεν ξέρει ούτε την ονομασία τους, ούτε την προέλευσή τους. Δεν ξέρει  τίποτα συγκεκριμένο γι’ αυτά. Ξέρει μόνο ότι είναι και τα δύο υπέροχα και τα λατρεύει… Είναι σε δύο τεράστιες λευκές γλάστρες, η μία δεξιά και η άλλη αριστερά από την πόρτα του σπιτιού της.

Και η πόρτα της; Αυτή είναι μαρμάρινη, με στρογγυλεμένη την πάνω πλευρά και ένα σταυρό στη μέση. Από κάτω, είναι χαραγμένα τρία πράγματα :  η φράση «εδώ κοιμάται το αγγελούδι μας», το όνομά της με όμορφα γράμματα και  δύο ημερομηνίες…28/09/1976 – 2/11/1990. Στο σπίτι της…


3 σχόλια:

  1. http://www.shutterstock.com/pic-8864620/stock-photo-recoleta-cemetery-crypt-buenos-aires-argentina.html

    Buenos Aires, κοιμητήριο Recoleta. Η ιστορία πίσω από την εικόνα επάνω είναι η εξής:

    Κοπέλα 16 ετών κατά τη διάρκεια ενός γάμου στο Buenos Aires το 1894 βλέπει μαχαιρώματα. Από το σοκ που παθαίνει παθαίνει νεκροφάνεια. Οι γονείς σοκαρισμένοι, και με τα μέσα της εποχής να μην βοηθούν, την πηγαίνουν κατευθείαν στην εκκλησία και τελούν τη νεκρώσιμη ακολουθία. Κατά τις 4 τα ξημερώματα και μέσα στην απόλυτη γαλήνη του κοιμητηρίου, η κοπέλα συνέρχεται. Σημείωση: στους τάφους των καθολικών όταν είναι τέτοιου τύπου και δε γίνεται ενταφιασμός στο χώμα το φέρετρο μένει ανοικτό για 3 μέρες.
    Χωρίς να έχει ακόμα αντίληψη που βρίσκεται ακόμα ανοίγει την πόρτα του Μαυσωλείου και βγαίνει έξω. Τότε αντιλαμβάνεται που βρίσκεται και τι ώρα περίπου είναι και παθαίνει ανακοπή for good αυτή τη φορά.

    Την επόμενη μέρα τη βρήκαν έξω από τον τάφο νεκρή. Και έφτιαξαν αυτό το άγαλμα της φωτογραφίας απέξω.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Κάτι δεν πάει καλά λες από την αρχή... ξεχνιέσαι μετά με την βόλτα στον κήπο... Κατάθλιψη, αναλογίζεσαι και αγριεύεις μετά, ξέρεις πως χτυπάει το τέρας αλλά πικρή έκπληξη, είναι θάνατος. Ναι, ουσιαστική διαφορά το ανατρέψιμο του πράγματος, αλλά η κατάθλιψη είναι σαν θάνατος.
    ΥΓ: Δεν γνωρίζω αυτό με τον ανοιχτό(;) τύπο καοθλικού τάφου. Για πες.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Ουσιαστικά αντικαθιστά τη γνωστή στην Ορθόδοξη εκκλησία αγρυπνία. Φυσικά απευθύνεται στην άρχουσα τάξη που έχει τα χρήματα να φτιάξει ένα τέτοιο επιτύμβιο. Το φέρετρο τοποθετείται μέσα σε αυτό, που συνήθως προϋπάρχει αφού πρόκειται για οικογενειακούς τάφους και μένει ανοικτό μέχρι το πρωί της επόμενης μέρας οπότε και ολοκληρώνεται η τελετή με τον ενταφιασμό.

      Έχω δει μερικά πολύ ωραία νεκροταφεία. Ωραία με την έννοια της τέχνης που έχει αποδοθεί στα επιτύμβια μνημεία. Αυτό στην Αργεντινή ήταν το μεγαλύτερο και πιο ενδιαφέρον, με πολλές ιστορίες να το γεμίζουν, να το βαραίνουν, να το φαντάζουν, πείτε ότι θέτε. Πιο προσβάσιμο βέβαια και αρκετά όμορφο είναι αυτό της Πράγας.

      Διαγραφή