Πέρα από τα όσα
ενδιαφέροντα, θλιβερά ή κωμικά που διαδραματίζονται στη διεθνή σκακιέρα, στην
Ουκρανία υπάρχει και το κομμάτι του εσωτερικού. Ο νέος, τοποθετημένος (δε με
ενδιαφέρει από ποιους, με νοιάζει ότι δεν είναι εκλεγμένος), πρωθυπουργός
Αρσένι Γιατσένιουκ έχει στήσει μια κυβέρνηση αρκετά περίεργη. Ο ρωσικός
στρατηγικός εξαναγκασμός στην Κριμαία έθεσε σε κίνησε και άλλες δυνάμεις. Όμως
να τα πάρω τα πράγματα με μια λογική σειρά.

Ο παραπάνω χάρτης
καταδεικνύει τον εθνοτικό διαχωρισμό της Ουκρανίας. Αυτό δε σημαίνει κάτι για
τη λειτουργία ενός σύγχρονου κράτους. Αν κάποιος δει τους αντίστοιχους χάρτες
από Γαλλία, Γερμανία, Αγγλία, ΗΠΑ, Καναδά, Αυστραλία, και λοιπές χώρες του
ανεπτυγμένου κόσμου, μοιάζουν με ψηφιδωτό. Η σύνδεση επίσης με τη γλώσσα δεν
είναι τυχαία. Όλες οι γλώσσες που παρουσιάζονται στο χάρτη απολάμβαναν καθεστώς
συνεπίσημης γλώσσα, που μεταφράζεται ότι μπορούσαν να μιλιούνται, να
διδάσκονται και να χρησιμοποιούνται στα δημόσια έγγραφα. Η μετά-σοβιετική
Ουκρανία ήταν ένας κράτος, όμως σε καμία περίπτωση ένα έθνος-κράτος.
Με την πτώση του
τείχους του Βερολίνου έδινε μια χρυσή ευκαιρία σε όλες τις πρώην σοβιετικές
δημοκρατίες (μιλάω μόνο για αυτές και όχι τα κράτη στη σφαίρα επιρροής) να
προσδεθούν στη Δύση. Αντίθετα όμως με τις χώρες της Βαλτικής και την Πολωνία, η
Ουκρανία έμεινε πιο κοντά στη Μόσχα. Όχι τυχαία, ο μεγάλος εθνικά ρωσικός και
ρωσόφωνος πληθυσμός έπαιζε ρυθμιστικό ρόλο. Τρεις από τους τέσσερις εκλεγμένους
προέδρους από το 1994 και μετά ήταν από το ρωσικό κομμάτι της Ουκρανίας, μοναδική
εξαίρεση ο Βίκτωρ Γιούσενκο, πρόεδρος της ‘πορτοκαλί επανάστασης’. Όλοι όμως
προσπαθούσαν από το Κίεβο να ισορροπήσουν μεταξύ Ρωσίας και ΕΕ, για να μη
διχάσουν τη χώρα. Ο Πολωνικής καταγωγής πρώην σύμβουλος ασφαλείας του Λευκού
Οίκου, Zbigniew Brzezinski υποστήριζε ότι αυτή η
‘Φινλανοποίηση’ της Ουκρανίας ήταν η σωστότερη λύση.
O Brzezinski, που φιλορώσο δεν τον λες, θεωρούσε ότι
όσο η Ουκρανία έμπαινε στη γραμμή της Μόσχας, διατηρούταν η περιφερειακή
ισορροπία. Αυτό συνέβαινε διότι ο Ουκρανικός εθνικισμός είχε ως στόχο πάντα την
Πολωνία. Οι Πολωνοί αποτελούν τους αιώνιους εχθρούς των Ουκρανών εθνικιστών,
για θρησκευτικούς κυρίως λόγους και δευτερευόντως πολιτικούς που σχετίζονται με
την κατοχή του Ουκρανικού εδάφους από το Δουκάτο της Βαρσοβίας. Επίσης, το
ρωσόφωνο κομμάτι της Ουκρανίας δεν είχε τα καλύτερα αισθήματα απέναντι στους
Πολωνούς. Ο ίδιος βέβαια δεν μπορεί να είναι ανερμάτιστος στη συγκεκριμένη
περίπτωση. Μια εθνικιστική, δυτικόστροφη Ουκρανία θα απειλούσε άμεσα την
Πολωνία. Μια ενδεχόμενη ένταξή της στην ΕΕ και στο ΝΑΤΟ θα προκαλούσε τη Ρωσική
αντίδραση με την Ανατολική και Νότια Ουκρανία να εκφράζουν αποσχιστικές τάσεις.
Ενδεχόμενη προσάρτηση αυτών των περιοχών στη Ρωσία θα έβαλε έμμεσα ξανά την
Πολωνία με το νέο, ισχυρότερο, ρόλο που θα έπαιζε η Ρωσία στο περιφερειακό και
παγκόσμιο παιχνίδι.
Σε όλη την
ιστορία της ανεξάρτητης Ουκρανίας από το 1994 και μετά, κάθε διεφθαρμένη
ολιγαρχική κυβέρνηση αντικαθίστατο από μια διεφθαρμένη ολιγαρχική κυβέρνηση. Ακόμα και μετά την ‘Πορτοκαλί Επανάσταση’ οι
ηγέτες του συνασπισμού κατηγορούσαν ο ένας τον άλλο, εγγυόμενοι έτσι την αποτυχία
της προσπάθειας. Η αποτυχία επιβεβαιώθηκε από την εκλογή του ρωσόφιλου Γιανουκόβιτς
το 2010. Το Κίεβο προσπαθούσε σταδιακά να παραγκωνίσει τα ρώσικα και τη ρώσικη
κουλτούρα από τη δημόσια σφαίρα. Με πολιτικούς ελιγμούς το έκανε αργά και σταδιακά,
χωρίς να ενοχλεί τη Μόσχα. Η Ουκρανία ήταν de facto 2 κράτη και η
ενώτητά της απαιτούσε λεπτότητα. Ένας Ανατολικός Πρόεδρος εξασφάλισε το καλό
προσωπείο που ζητούσε η Μόσχα. Ακόμα και οι ‘Πορτοκαλί’ το κατάλαβαν γρήγορα.
Όμως, το Δυτικό κομμάτι απαιτούσε πια ρήξη με τη Ρωσία, καθώς το έβλεπε ως μια
διαρκή σύνδεση με το παρελθόν και τη σοβιετική περίοδο.
Ο συνασπισμός Euro-Maidan που κινητοποίησε τους Ουκρανούς στο Κίεβο και προέκρινε το
εθνικό συμφέρον και την εθνική ταυτότητα. Κάτω από αυτή τη μπαντιέρα, επεδίωκαν
τη ρήξη με τη Ρωσία με δύο παράπλευρες συνέπειες: 1) να εξάγουν τις αντιδράσεις
και τις κινητοποιήσεις στη Ρωσία, προκαλώντας κρίση στο καθεστώς Πούτιν και 2)
να δημιουργήσουν μια σύγχρονη, δυτική Ουκρανία με δημοκρατικούς θεσμούς και
φιλελεύθερη οικονομία, κόβοντας τη γέφυρα των Ρώσων προς την Ευρώπη και
δημιουργώντας τάσεις στη Ρωσία για αντίστοιχες απαιτήσεις. Οι ίδιοι πάλι, όπως
και οι ‘Πορτοκαλί’ φρόντισαν να υπονομεύσουν τη δική τους προσπάθεια.
Πανηγυρίζοντας τη
νίκη τους στην ανατροπή της κυβέρνησης Γιανουκόβιτς κάτω από σβάστικες και λοιπά
εθνικιστικά σύμβολα δεν τους έκανε ακριβώς συμπαθείς. Ο σχηματισμός της
κυβέρνησης επίσης δεν αφήνει περιθώρια αισιοδοξίας. Ο υπεύθυνος εθνικής
ασφαλείας Αντρίη Παρούμπιη είναι ο ιδρυτής και πρόεδρος του Ουκρανικού
Εθνικό-σοσιαλιστικού κόμματος, που μετονομάστηκε Σβόμποντα. Ο νέος πρόεδρος του
Σβόμποντα, Όλεγκ Τυαχνίμπογκ, είναι αναπληρωτής σύμβουλος εθνικής ασφαλείας και
από τις προεξέχουσες προσωπικότητες του Euro-Maidan. Η ακροδεξιά, παρακρατική οργάνωση UNA-UNSO έλαβε θέσεις στο στράτευμα. Το
Σβόμποντα επίσης έχει στην κυβέρνηση τον αντιπρόεδρό της, φανατικό πολέμιο των
δικαιωμάτων των γυναικών και των ομοφυλοφίλων (inception αυτό) και το γενικό εισαγγελέα.
Δεν ήταν όλοι
στις συγκρούσεις ακροδεξιοί. Ήταν όμως το πιο φασαριόζικο κομμάτι. Οι υπόλοιποι
ενώθηκαν διότι δεν άντεχαν άλλο την πρόσδεση της Ουκρανίας στο ρωσικό άρμα.
Εντούτοις, αυτοί περιθωριοποιήθηκαν από τους ακροδεξιούς, σε μια διαδικασία που
μια μελέτη του πανεπιστημίου Columbia χαρακτήρισε ‘εξαιρετικά αποτελεσματική μειοψηφία’. Οι
περισσότεροι Ουκρανοί νέο-φασίστες έχουν, όπως σχεδόν παντού πλήρη άγνοια, για
το τι συνέβη στο Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, για το ‘Μπαντέρα’ και τους συνεργάτες των
Ναζί. Γοητεύονται από την ιδέα μια Ουκρανίας που θα είναι έθνος-κράτος και
τέλος.
Το πραγματικό
γκελ που κάνει το Σβόμποντα στην Ουκρανική κοινωνία δεν φτάνει καν την εκλογική
επιτυχία της Χρυσής Αυγής. Μετά από όλα όσα διαδραματίστηκαν στο πρώτο γκάλοπ
το Σβόμποντα παίρνει 5,5% μόλις. Το κεντρικό πρόβλημα όμως της νέας κυβέρνησης
είναι η νομιμοποίησή της. Πήραν τα διαπιστευτήρια από ΗΠΑ και ΕΕ, αλλά δεν
είναι εκλεγμένοι. Και η κρίση στην Κριμαία δυσκολεύει την κατάσταση. Η Ρωσία
είχε ζητήσει την προσάρτηση της Κριμαίας από το 1992. Το 1994 επετεύχθη
συμφωνία μεταξύ Ρωσίας και Ουκρανίας που εξασφάλιζε μεγάλη αυτονομία στην
Κριμαία και το δικαίωμα των Ρώσων να σταθμεύουν ως 26.000 στρατιώτες εκεί. Αυτό
το δικαίωμα κάνει χρήση τώρα ο Πούτιν, αυξάνοντας την πίεση και το στρατηγικό
εξαναγκασμό. Διότι οι διεθνείς σχέσεις δεν είναι μπαλέτο του δρόμου.