Παρασκευή, 17 Οκτωβρίου 2014

Συνεδρία 67: Μέρος Α, Λονδίνο: Ο Αντεροβγάλτης


Έχω καιρό να γράψω εδώ διότι μου έτυχαν πάρα πολλά σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα και δεν είχα χρόνο ούτε να κοιμηθώ. Ας τα πάρω με μια σειρά για να μπορέσω να τα παρουσιάσω στη λογική και με τον τρόπο που τους αξίζει. Η παρουσίαση θα γίνει σε τρία μέρη, ελπίζω και σε τρεις μέρες.

Ξεκινάω με χρονική σειρά. Τα τελευταία τρία χρόνια ζω στο Λονδίνο. Η Βρετανική πρωτεύουσα έχει περάσει διάφορες μεταλλάξεις στην ιστορία της. Καμία βέβαια δεν ήταν τόσο βίαιη όσο μετά από τη μεγάλη φωτιά του 1666. Μετά από εκείνη τη βδομάδα της κολάσεως οπόταν και κάηκαν τα δύο τρίτα της πόλης (παρόλο που οι νεκροί ήταν μόλις δέκα, συγκλονιστικά χαμηλό νούμερο για την εποχή), ένα βασιλικό διάταγμα επέβαλε οι κατασκευές πλέον να μη γίνονται με ξύλα και άχυρα, αλλά αποκλειστικά με τούβλα. Αυτό το διάταγμα μπορεί να καθυστέρησε την ανοικοδόμηση της πόλης, για την οποία χρειάστηκαν συνολικά περίπου 53 χρόνια, όμως της έδωσε τη σημερινή της αρχιτεκτονική ταυτότητα.

Πέρα από τους γυάλινους πύργους που υψώνονται στο City, στο Southbank και στο Holborn, η υπόλοιπη πόλη απαρτίζεται από κτήρια δύο με πέντε ορόφων με το χαρακτηριστικό παραλληλόγραμμο τουβλάκι. Μαύρο, γκρι ή καφέ στο Βόρειο Λονδίνο, μπεζ, λευκό ή βαθύ κόκκινο στο Δυτικό, καφέ ή κοκκινοπό στο Ανατολικό. Το Νότιο Λονδίνο είναι μια ξεχωριστή περίπτωση, λίγο μπασταρδεμένη αρχιτεκτονικά. Αυτή η μορφή σε συνδυασμό με τον καιρό και το πως είναι φωταγωγημένη η πόλη προσδίδει στο Λονδίνο μιαν ιδιαίτερη μορφή. Η συμβία την αποκαλεί «φωταγωγημένη σκοτεινιά» και κλέβω τον όρο πάραυτα.

Το Λονδίνο είναι η πιο πολυπολιτισμική πόλη που έχω ζήσει. Αποτελεί ένα μωσαϊκό από ανθρώπους, λαούς, θρησκείες και κουλτούρες που πολύ δύσκολα μπορείς να συναντήσεις αλλού στην Ευρώπη. Αμφιβάλλω αν μπορείς να το συναντήσεις και στην Αμερική. Διότι η πόλη δεν προσπαθεί να σε απορροφήσει ή να σε «αγγλοποιήσει». Αφήνει στον καθένα το περιθώριο να παραμείνει αυτό που είναι, αρκεί να πληρώνει. Εδώ είναι ίσως το πιο μελανό σημείο της σύγχρονης βρετανικής κουλτούρας, κατάλοιπο του Θατσερισμού: στη Βρετανία είσαι ένας τραπεζικός λογαριασμός. Δεν έχει σημασία τι γνώσεις ή τι συμπεριφορά έχεις, αλλά το πόσα βγάζεις.

Υπάρχει μια ολόκληρη κουλτούρα που περιστρέφεται γύρω από την οικονομία, όχι ως κοινωνική επιστήμη, αλλά με την έννοια της οικονομετρίας. Facts and Figures they say. Η νέα αυτή οπτική έχει μεταφέρει το βάρος από τη γη στο χρήμα για να συνάδει με τη βρετανική ταξική παράδοση. Ήταν ένας εύσχημος τρόπος να διατηρηθούν στον πραγματικό κόσμο οι τίτλοι των βαρώνων και των λόρδων που από γεωκτήμονες μετατράπηκαν σε entrepreneurs. Παράλληλη με αυτούς συνυπάρχουν όσοι μετανάστευσαν στο Λονδίνο από τις πρώην αποικίες και από την υπόλοιποι Ευρώπη. Εκπαιδευτικοί μετανάστες κατά βάση οι δεύτεροι, ολοκλήρωσαν προγράμματα σε Αγγλικά πανεπιστήμια και μετά παρέμειναν εκεί. Τέτοια περίπτωση είμαι και εγώ.


Όμως η διαμονή μου εδώ προς το παρόν ολοκληρώνεται. Για επαγγελματικούς λόγους πρέπει να πάω αλλού. Θα μου λείψει η κουλτούρα των Άγγλων απέναντι στην μπάλα, η τρομακτική ανοχή τους σε πολιτιστικά θέματα και η μπύρα. Τίποτα άλλο, από τον καιρό μέχρι την κουζίνα και τις εικόνες Μαλίων ή Φαληρακίου κάθε βράδυ που βγαίνουν και τα πίνουν. Όπως δε θα μου λείψει και η άτυπη γκετοποίηση. Ότι πχ το Δυτικό Λονδίνο έχει γίνει άντρο των δισεκατομμυριούχων Αράβων και Ρώσων, το Βόρειο των Κυπρίων, το Βόρειο-Δυτικό των Βραζιλιάνων και Πορτογάλων και το Ανατολικό θυμίζει Βαγδάτη. Πραγματικά όμως. Θα προτιμούσα οι άνθρωποι να είναι πιο ανακατεμένοι. Γιατί τώρα στο Whitechapel δε θα βρεις τίποτα που να θυμίζει το Jack αλλά ένα απέραντο ανατολίτικο παζάρι. Το καλό της υπόθεσης είναι ότι υπάρχει φαγητό της προκοπής και όχι αγγλική κουζίνα που είναι και ο πραγματικός αντεροβγάλτης.

3 σχόλια:

  1. Ρε τι μνήμες μου ξυπνάς...Θεωρώ ότι το Λονδίνο είχε έναν ζωογόνο παλμό και φαντάζομαι τον έχει ακόμα. Έχω πάει μόνο μια φορά, σε μία τρελή φάση. Πέρασα φοβερά, αλλά μου έχει αφήσει και απωθημένα. Η επίσκεψη στο Λονδίνο τότε για μένα είχε αρκετά προεόρτια και τρελή συνέχεια αλλού αλλά ας επικεντρωθώ σε αυτήν. Πήγα το 2002, στο σ-κ του χάλογουην, με την μέχρι τότε, και για λίγο καιρό πριν, θεότρελη τελικά κοπέλα μου από την Βραζιλία, με την οποια εργαζόμασταν μαζί στην Γερμανία. Είχε ξαναζήσει Λονδίνο και είχε φίλους εκεί, όπως και τον μεγάλο έρωτα της ζωής της, για τον οποίο μου είχε μιλήσει, που νά ξερα. Φτάσαμε Πέμπτη απόγευμα και φιλοξενηθήκαμε στο σπίτι της επίσης βραζιλιάνας κολλητής της, η οποία συγκατοικούσε με ένα ζευγάρι άγγλων γκέη. Το βράδυ της Πέμπτης πήγαμε σε ένα τρελό μέρος με την Βραζιλιάνικη παρεά της (μου είχαν πέσει τα σαγόνια, η κοπέλα μου ήταν η λιγότερο σέξυ και ήταν -έιναι ακόμα εύχομαι- γυναικάρα), νομίζω ART CLUB λεγότανε, όπου έπαιζαν μουσικάρες και συνέβαιναν απίθανα πράγματα, όπως ζωντανά voice over σε τραγούδια από ανεβασμένες σε τραπέζια φτεροντυμένες υπάρξεις αμφιβόλου φύλου, ερωτικού προσανατολισμού και φυλετικής καταγωγής. Στόμα ανοιχτό και οι αισθήσεις στα κόκκινα! Στην συνέχεια πήγαμε σε μία εγκαταλελειμένη βιομηχανική περιοχή (το που θα σας γελάσω), όπου στο υπόγειο εργοστασίου γινόταν ένα αδιανόητο πάρτυ, στο οποίο μπήκαμε με συνθηματικό δοσμένο από τους άγγλους συγκατοίκους. 'Εξω δεν άκουγες, δεν καταλάβαινες τίποτα, έλεγα παίζει να μας μαχαιρώσει κανείς εδώ. Μέσα (κάτω) απίστευτη μουσική, κόσμος να χορεύει αφηνιασμένος, ναρκωτικά παντού σε αφθονία. Ζούσα ένα πολιτισμικό σοκ. Τι Οινόφυτα, +SODA και μαλακίες. The real thing. Γυρνάμε σπίτι, επέμβαση λογοκρισίας, η φίλη της τελικά πάει κατευθείαν δουλειά. Ξυπνάμε, παραδόξως όχι πολύ αργά και η λεγάμενη με ξεναγεί στο Λονδίνο της, Κάμπτεν, Σόχο κλπ, νιώθω βασιλιάς, ώσπου κατά το απογευματάκι και ενώ ήμασταν κοντά στην Τραφάλγκαρ βλέπει η τρελή τον έρωτα που λέγαμε να μπαίνει σε σταθμό του τιούμπ. Ε, με παρατάει σύξυλο, έτσι απλά, χώθηκε στον σταθμό. Αποσβολωμένος, καθώς δεν έιχα καταλάβει, δεν ακολούθησα αμέσως και μετά ήταν αργά. Τηλεφωνώ καμμιά διακοσαριά φορές, τίποτα. Γυρνάω στο σπίτι, μου ανοίγει ο ένας άγγλος με περίεργο βλέμμα, κλίμα ψυχρό, πουθενά η τύπισσα. Τα λέω στην φίλη της, μου εξηγεί ότι τώρα που ξαναβρήκε τον έρωτα την "δικιά" μου να την ψιλοξεχάσω. Και επίσης ότι ούτως ή άλλως δεν θα μπορούσαμε να μείνουμε άλλο εκεί, παρότι υπήρξε χημεία και μεταξύ μας ( αν με εννοάτε) και θα μπορούσα υπό άλλες συνθήκες να κάτσω μαζί της, διότι έγινε ψιλοχαμός που ο ένας άγγλος νόμισε ότι με γουστάρει ο άλλος και της ζητήσανε να φύγουμε εγώ και η άλλη. Και να πάω να μείνω σε καμμιά άλλη φίλη τους. Τώρα χωρίς την ¨δικιά" μου εγώ δεν γούσταρα να φορτώνομαι, τα μαζεύω και την κάνω.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Το πλαν μπι έλεγε να βρώ κάτι άλλους συναδέλφους από Γερμανία, Μεξικάνο-ινδιανόφατσα και Πορτογάλο, που θα έφταναν Παρασκευή βράδυ στο Λονδίνο και το πλαν σι να πάω Κόλτσεστερ που σπούδαζε ένας φίλος. Λέω, ξέρω γω πότε θα ξαναβρεθώ Λονδίνο (και δεν έχω ξαναβρεθεί έκτοτε), ας κάνω λίγο κανονικό τουρισμό με τους άλλους και βλέπουμε. Βρίσκω ένα χόστελ στο Earls Court αν θυμάμαι καλά, και εκεί που πάω λίγο να κοιμηθώ μέχρι να βρώ τους άλλους, με ξυπνάει ένας τριανταπεντάρης Ιρλανδός, άρτι απελαθείς από ΗΠΑ όπως μου είπε μετά που γίναμε... φίλοι, να με ρωτήσει αν είχα πάνω μου μαύρο ελληνικό που έμαθε ότι είμαι έλληνας και όσο νά ναι... Του εξηγώ ότι μένω γερμανία και δεν, και παρόλη την ξενέρα του με κερνάει purple haze ή έτσι μου είπε. Βγαίνουμε τώρα εγώ με τον Ιρλανδό, βρίσκουμε τους άλλους και ξεκινάει άλλη μία τρελή νύχτα, που περιείχε πολύ κερασμένο αλκοόλ, ελπίζω δηλαδή διότι τελικά δνε πλήρωσα τίποτα εκεί, σε ένα μπαρ που δούλευεε γνωστός του Ιρλανδού, πολύ απότυχημένο φλερτάρισμα, μπουνίδια με κάτι μεθυσμένους άγγλους που με κάποιο τρόπο που δεν κατάλαβα προσβάλαν τον Μεξικάνο και εκείνος τους μούνταρε, πόρτες σε κάτι κλαμπ και θεραπευτική πίτσα με το μέτρο. Το Σάββατο, πάλι ξυπνώντας απροσδόκητα νωρίς, μείον του Ιρλανδού πήραμε τα τουριστικά λεωφορεία να πάμε στα Μπάκινγκχαμ και στα Μπιγκμπέν, ήμουν μισοκοιμισμένος και ουσιαστικά για μένα ήταν σα να μην έγινε. Αποφασίζω τελικά το απόγευμα να φύγω να πάω στο Κόλτσεστερ, όπου το Σάββατο του Χάλογουήν ήταν αποθεωτικό αλλά αυτό δεν εμπίπτει στην Λονδίνια εμπειρία. Ουφ αυτά, είχα να τα θυμηθώ καμμιά πενταετία όλα τούτα! Έ ρε νιάτα!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Το μεγαλύτερό μας πρόβλημα στο Λονδίνο ήταν ότι η πόλη σε καταπίνει. Αυτό που έζησες εσύ σε τρεις μέρες ήταν στα όριο χολυγουντιανής ταινίας, αλλά η πόλη σου επιβάλλεται. Όχι εξαναγκαστικά όπως το κάνουν οι Γάλλοι και οι Γερμανοί, από μέσα, ύπουλα, αγγλικά. Σε θαμπώνει και σε μαγεύει.

    Τώρα που λείπω ένα μήνα περίπου και αφού έχω αλλάξει τέσσερις χώρες σε μια σαρακοστή καταλαβαίνω με πιο καθαρό κεφάλι το πόσο παράλογα ακριβό είναι, το πόσο εφετσίδικο, το πόσο στημένο. Εκεί όμως όχι, το σκηνικό είναι στημένο στην τελειότητα να σε τραβήξει, να σε κάνει να γίνεις ένα, να σε υποβάλει και να σε τραβήξει στη δύνη του. Το θαυμάζω το Λονδίνο και νομίζω ότι θα επιστρέψω κάποια στιγμή, αλλαγμένος και πιο συνειδητοποιημένος.

    ΑπάντησηΔιαγραφή