Στο δεύτερο μέρος
του αφιερώματος στις εκλογές θα περάσω λίγο σύντομα από τη λογική της ψήφου. Θα
το πάρω λίγο θεωρητικά πρώτα πριν περάσω στο πρακτικό της υπόθεσης. Το βασικό
που θέλω να τονίσω είναι η διάκριση μεταξύ έλλογης και άλογης ψήφου. Από εκεί και
πέρα, νουθετήσεις και λοιπές προτροπές δεν είναι του στυλ μου. Δεν είμαι
δημοσιογράφος, ούτε πολιτικός. Ως ερευνητής με ενδιαφέρουν τα δεδομένα και η
ανάλυση.
Ξεκινάω με την
πιο διαδεδομένη μορφή ψήφου στην Ελλάδα, εκείνη του προσωπικού συμφέροντος. Κατ’
αρχάς, το να ψηφίσει κάποιος ένα κόμμα επειδή του έχουν τάξει ένα προσωπικό
αντάλλαγμα είναι έλλογη ψήφος. Φυσικά εδώ στηρίζεται το πελατειακό σύστημα και
το όλο αλισβερίσι μεταξύ πολιτικών και πολιτών. Εντούτοις, η ψήφος παραμένει
έλλογη. Η επιλογή από τον ψηφοφόρο γίνεται με βάση απτά δεδομένα και
συγκεκριμένα κριτήρια. Όσες ενστάσεις και αν υπάρχουν για το ηθικό κομμάτι της
διαδικασίας, το πρακτικό είναι δεδομένο.
Η δεύτερη μορφή
ψήφου είναι εκείνη του γενικότερου καλού. Σε αυτήν την περίπτωση ο ψηφοφόρος
επιλέγει με κριτήριο το πρόγραμμα ποιανού κόμματος κρίνει ότι θα έχει το καλύτερο
αποτέλεσμα για τη χώρα. Η επιλογή αποκλείει αφ εαυτής το άμεσο προσωπικό
συμφέρον, όμως δεν περιορίζει το έμμεσο. Δηλαδή, αν ο ψηφοφόρος θεωρεί ότι το
συγκεκριμένο κόμμα που θα στηρίξει θα εφαρμόσει πολιτικές που θα βελτιώσουν την
κατάστασή του, οικονομικά ή κοινωνικά. Η ψήφος προφανώς και εδώ είναι έλλογη. Η
τελική επιλογή γίνεται συγκρίνοντας τα προγράμματα των κομμάτων που κατεβαίνουν
στις εκλογές.
Τρίτη κατηγορία είναι
η ιδεολογική ψήφος. Ο ψηφοφόρος ψηφίζει το κόμμα το οποίο βρίσκεται πιο κοντά
στην κοσμοθεωρία του. Όσο μεγαλύτερη είναι η ταύτιση ψηφοφόρου-κόμματος τόσο
καλύτερα, όμως αλλαγές στις πολιτικές του κόμματος δεν επηρεάζουν το εκλογικό
κοινό που στηρίζεται στην ιδεολογία πολύ, εκτός εάν το κόμμα κάνει μια τεράστια
στροφή ή έχει με τα χρόνια απομακρυνθεί τελείως από το αρχικό του πλαίσιο. Η
ιδεολογική ψήφος είναι επίσης έλλογη. Η επιλογή έχει γίνει με κριτήρια.
Θεωρητικά ή αφαιρετικά μεν και όχι πρακτικά, όμως κριτήρια.
Τελευταία
κατηγορία έλλογης ψήφου είναι το μη χείρον, βέλτιστον. Έλλογη διότι βασίζεται
σε μια επιλογή μετά από κριτική σκέψη, ακόμα και αν το αποτέλεσμα αυτής έχει
προκύψει αρνητικά, με επαγωγικό τρόπο. Ο ψηφοφόρος δεν ταυτίζεται με κανένα
κόμμα ιδεολογικά, δεν έχει κάποιο προσωπικό όφελος, δεν πιστεύει ότι κάποιο
πρόγραμμα θα πάει τη χώρα σε καλύτερο μέλλον, όμως θεωρεί ότι το αντίπαλο δέος
θα την πάει σε χειρότερο. Η επιλογή αυτή είναι πάντα κυβερνητική, δηλαδή από τα
δύο κόμματα που διεκδικούν την εξουσία επιλέγει αυτό κρίνει ότι θα κάνει το
μικρότερο κακό.
Εκεί που δεν
είναι έλλογη η ψήφος είναι όταν ο ψηφοφόρος σέρνεται να ψηφίσει κάτι από
κάποιον τρίτο, που δεν είναι πολιτικός. Ένα κλασικό και αρκετά ελληνικό
παράδειγμα είναι το να τάζει ένας πολιτικός μια θέση στο δημόσιο σε κάποιον και
μετά να μαζεύει τις ψήφους από όλο του το σόι. Ο άμεσα επωφελούμενος διαλέγει
έλλογα, όλοι οι υπόλοιποι είναι απλώς πρόβατα που ακολουθούν εκείνον που
κερδίζει κάτι, χωρίς να έχουν κανένα όφελος, είτε άμεσο, είτε έμμεσο. Δέχομαι
το αντεπιχείρημα ότι αν διοριστεί ένας από μια οικογένεια, επωφελείται όλη η
οικογένεια. Ακόμα και έτσι όμως, το να ψηφίσουν οι δύο γονείς ή άντε και τα
ενήλικα παιδιά είναι αποδεκτό. Θείες, ξαδέρφια και μπατζανάκηδες για ποιο λόγο
ακριβώς ψηφίσουν το ίδιο με τον επωφελούμενο;
Επίσης δεν είναι
έλλογη ψήφος εκείνη που βασίζεται σε ιδεοληψίες του παρελθόντος. Το να είσαι 25
χρονών και να λες ότι θα ψηφίσεις δεξιά επειδή δε θα ξεχάσεις τι έκαναν στον
εμφύλιο οι κουμμουνιστές στον παππού σου είναι παράλογο (δουλεύει και ανάποδα
αυτό). Δεν το έχεις ζήσει, δεν μπορείς να το θυμάσαι, βρες κάτι άλλο να πεις.
Είναι η κλασσική δικαιολογία του απολιτίκ άσχετου που δε θέλει να ασχοληθεί,
ή/και δεν μπορεί, και ψηφίζει ότι του πει ο μπαμπάς και η μαμά.
Μιας και είπα
απολιτίκ, εδώ έχουμε το απαύγασμα της άλογης ψήφου. Ο ψηφοφόρος στηρίζει
υποψήφιο και όχι κόμμα σε αυτήν την περίπτωση και μάλιστα κάποιον celebrity που έχει μάθει από αλλού: την
τηλεόραση, το ραδιόφωνο, τη μουσική, κτλ. Το βασικό κριτήριο στο απολιτίκ είναι
ότι ο ψηφοφόρος δεν έχει πρώτα επιλέξει το κόμμα και μετά διαλέγει τον πιο
κατάλληλο υποψήφιο, αλλά διαλέγει το διάσημο υποψήφιο αδιαφορώντας για το σε
ποιο κόμμα βρίσκεται και το τι πρόγραμμα έχει αυτό το κόμμα.
Τέλος υπάρχει και
η ψήφος ό,τι να ‘ναι. Αυτό περιλαμβάνει από το ψηφίζω ότι μου κατέβει μέσα στο
παραβάν, διαλέγω το κόμμα ανάλογα με το ποιο έχει το πιο όμορφο σήμα, ψηφίζω
αυτό που θα ψηφίσουν και οι φίλοι μου και πάει λέγοντας. Βαριέμαι να αναφέρω
όλες τις περιπτώσεις και δεν έχει νόημα νομίζω. Το βασικό είναι ότι η επιλογή
γίνεται κατά τύχη και χωρίς να έχει προηγηθεί καμία διαδικασία επεξεργασίας
θέσεων, απόψεων, προγραμμάτων ή προσωπικής συναλλαγής.
Σε κάθε περίπτωση
προτιμώ την έλλογη ψήφο. Είναι πιο εύκολα αναλύσιμη και μπορεί να
δικαιολογηθεί. Το άλογο το θεωρώ γελοίο και επικίνδυνο. Οπότε βάλτε λίγο το
μυαλό να δουλέψει πριν πάτε για το ένα.






